Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

Στους 40° θα έχω συνηθίσει


Και ξαφνικά 32° οι βαθμοί του Κελσίου και το μυαλό στο παραζαλισμένο μου κεφάλι έγινε σαν τον πολτό του μπλέντερ κι  αϊντε να ξεχωρίσω τώρα ποια απ όσα σκέφτομαι είναι το παρόν και ποια απ΄το παρελθόν βγαλμένα. Καθώς τα πόδια μου ανατριχιάζουν απ την τριβή τους με τη σκόνη δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω αν πρόκειται για τη σκόνη που στα 53 μου χρόνια χρωστώ στις ευφάνταστες δημοτικές αρχές, οι οποίες, για λόγους ανεξήγητους προσπαθούν να εκδικηθούν όσους διαλέξαμε ή έτυχε να ζούμε εκτός σχεδίου αντί του εγκλεισμού στα ανήλιαγα πια στενά της άλλοτε ευάερης Θέρμης, και φροντίζουν κάθε τόσο να ανανεώνουν την πρώτη ύλη σκορπίζοντας χαλίκια τάχα μου για να κλείσουν τις τρύπες  των δρόμων μας  που δεν είχαν την τύχη να γεννηθούν στο κέντρο του δήμου, ή αν πρόκειται για τη σκόνη των χωματόδρομων της παιδικής μου ηλικίας, τότε που όλο χαρά τέτοιες μέρες φορούσαμε τα κοντά παντελονάκια και βάζαμε τα πλαστικά πάσης χρήσεως πέδιλα με την αγκράφα του κουμπώματος στο πλάι, καφέ ή άσπρα, και τρέχαμε για τα
παιχνίδια μας στον κήπο του σχολείου και  κάθε τόσο βρισκόμουν στις βρύσες για να ξεπλύνω τα πόδια μου γιατί μ ανατρίχιαζε η σκόνη. Καταμεσήμερο και κρύβομαι στη σκιά των γιασεμιών της πέργκολας για να προφυλαχτώ από ένα ήλιο που από θεραπευτής που ήταν τότε έγινε εχθρός που παραμονεύει να μας τρυπήσει  μ΄ αυτές τις υπεριώδεις ή τις υπέρυθρες ή τις υπερκάτι του ακτίνες και να μας γεμίσει ζαρώματα, γεράματα, μελανώματα σαν τιμωρία που δεν ακούσαμε τους προφήτες του, τους γιατρούς, τους βιολόγους, τους μοριακούς, τους μωρούς , τους μωρολόγους και όλους τους εις -λόγος που είναι ταγμένοι για το καλό μας και για ζωή αιώνια και κλείνοντας τα μάτια βρίσκομαι κάτω απ΄ τον τεράστιο πλάτανο, ιδρωμένος μέχρι το κόκκαλο απ΄το κυνηγητό, τον πόλεμο, το ξυλάκι και κυρίως το ποδόσφαιρο να σκύβω στου Γιατρού τη Βρύση, εκατό μέτρα απ΄το σπίτι μου, για να πιω απ το κρύο νερό που τρέχει διαρκώς και για όλους, και πριν ακουμπήσω τα χείλη μου η μυρωδιά του χλώριου απ το ξεχασμένο πάνω στο τραπέζι ποτήρι μου θυμίζει και πάλι το Δήμο μας που έχει μεταβάλει το άλλοτε ευλογημένο πρώτο συστατικό της ζωής μας σε υγρόν πυρ,  που  τσουρουφλίζει τις τσέπες αντί να ευφραίνει στόματα και ψυχές και έπειτα για φάρμακο απλώνει πάνω στα καψίματα μας τις  θεωρίες του συρμού περί της δίκαιας κατανομής του κόστους και άλλα τρομερά, που, αφού μπαγιάτεψαν σ όλο τον κόσμο και βρωμάνε, τα πασάρουν ως φρέσκια πραμάτεια, κυβέρνηση, δήμαρχοι και περιπλανώμενοι πλασιέ ιδεών, για να μένει άφωνο το πόπολο και να τους χειροκροτεί, αυτούς τους πάντα φρέσκους, τους πάντα ειδικούς, τους πάντα πρόθυμους να κοπιάσουν με αυταπάρνηση  και ανιδιοτέλεια  για το καλό όλων και για τη δίκαια κατανομή των βαρών και σκέφτομαι πως ζω σ ένα μικρόκοσμο που αντιγράφει με καρμπόν τον μεγάλο αδελφό, το κεντρικό μας κράτος, ένα κέντρο, σα μια μικρή Αθήνα, η Θέρμη με το όμορο, σχεδόν ενωμένο μαζί της προάστιο, με στοιβαγμένες υπηρεσίες, στοιβαγμένα σπίτια, στοιβαγμένους ανθρώπους, που έφυγαν απ τη Σαλονίκη για να ξεφύγουν απ τα κακά της μεγάλης πόλης και την ξαναέστησαν όπως την ήξεραν αλλά σε μικρότερη κλίμακα, ανθρώπους που αναπτύσσουν τη γνωστή σχέση εμείς σας ψηφίζουμε εσείς μας προσέχετε με τους άρχοντες τους και μια περιφέρεια που όσο πιο μικρή κι απομακρυσμένη απ΄ το κέντρο τόσο πιο παραμελημένη κι ενοχλητική στη διαμαρτυρία της, μια περιφέρεια που περιμένει τα ψίχουλα που θα περισσέψουν για να συντηρηθεί κι η ευωδιά απ τα γιασεμιά με φέρνει πίσω στο σχολειό μου να τρέχω πλάι στα παρτέρια που είχαν ακόμη τριανταφυλλιές και δάσκαλους που τα απογεύματα περνούσαν από κει για να τα επιβλέπουν κι μαζί με μέλισσες και διάφορα ζουζούνια που σφυρίζουν γύρω απ΄ τα ρόδα ακούω φωνές να λένε για κάποιους που θυμήθηκαν να χαιρετίσουνε το Χίτλερ κι άλλους που βρήκαν τα κοινά γονίδια που μας συνδέουν με τους Κινέζους που θα ρθουν λέει σαν μάγοι καλοκαιρινοί  με δώρα φορτωμένοι να σπρώξουν για να βγει το κάρο από τη λάσπη κι η ώρα είναι πια για να χαμογελάμε γιατί είναι Ανάπτυξη να φτάσει όπου να ναι   και προσπαθώ να θυμηθώ άμα τη ξέρω τη κυρία αυτή κι από πού και τι με νοιάζει σκέφτομαι ας λύσουν το πρόβλημα οι μεγάλοι κι είναι κι αυτή η σκόνη που τρίβεται στα πόδια μου και μ ανατριχιάζει και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η γυναίκα μου ρωτά αν θέλω παγωτό, μα μόλις τώρα τέλειωσα το χύμα κύπελλο που πήρα από την ΕΒΓΑ, και πριν προλάβει να μου πει πως τα χω παίξει της λέω για τη ζέστη τη ξαφνική που το μυαλό μου το κανε πολτό και στους σαράντα βαθμούς τι πρόκειται να γίνει με ρωτά, θα είμαι καλά απαντώ γιατί τότε θα έχω συνηθίσει, ναι θα έχω συνηθίσει τόσο που δεν θα αντιδρώ ακόμη και αν μου δίνουνε μ ένα νερό και δύο μπύρες δώρο.

Δημοσιευμένο στην apopsinews.gr μηνός Ιουνίου 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου