Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2018


Δε θυμάμαι αν υπήρχε εντολή να κοιμάμαι τα μεσημέρια κι ούτε βέβαια αν ερχόταν και σε μας ο μεσημεριάτης, ο κακός του Ζουμπουλάκη  που παίρνει τα παιδιά που δεν κοιμούνται. Κείνο το μεσημέρι όμως είχε δοθεί· ύπνος το μεσημέρι και μετά στ’ αμπέλι. Στ’ αμπέλι που ήταν αμπέλι κανονικό με κλήματα και σταφύλια κι όχι σα τ’ αμπέλια του Ζουμπουλάκη, που απ΄ ότι κατάλαβα, ξεραΐλα ήταν κι αντί για σταφύλια σύκα μάζευαν. Σύκα μαζεύαμε κι εμείς αλλά και σταφύλια, κι όταν λέω σταφύλια εννοώ πραγματικά σταφύλια, που  τα έτρωγες και γλύκαινες μέχρι το μεδούλι σου. Δεν υπάκουσα. Βγήκα απ΄ τη μεγάλη ξύλινη πόρτα της αυλής. Θα έτριξε μάλλον και για λόγο που δεν θα μάθω ποτέ έτριξαν και τα νεύρα του πατέρα μου. Λίγο μετά έπεφτα στο κρεβάτι. Τις μάζεψα. Έκλαιγα. Δεν θυμάμαι αν ήταν απ΄ το ξύλο ή την έκπληξη. Δεν είχε ξανασυμβεί κι ούτε και συνέβη ποτέ άλλοτε. Κοιμήθηκα. Το κάρο, ναι το κάρο, αυτό που έσερνε το άλογο, έφυγε χωρίς να μ’ έχει στο φορτίο του. Ίσως τα σταφύλια κείνης της μέρας να ήταν πικρά, ίσως να πείσμωσα και να μη τα δοκίμασα καν. Δε τη θυμάμαι, αλλά μπορώ να τη φανταστώ, την απογοήτευση μου για τη βόλτα που έχασα. Αυτό κι άλλα πολλά ήρθαν στο μυαλό μου με τα έξοχα αμπέλια του Ζουμπουλάκη, όπως η τάχα μου υγιεινή διατροφή με το τηγάνι και το τσιγάρισμα να έχει την τιμητική του, τα αλμυρά και τα παστά να είναι στην ημερήσια διαταγή, και οι «τζγάριδις», που δεν τις έτρωγα εγώ, αλλά ενθουσίαζαν τους περισσότερους και τις έτρωγαν ακόμη και το κατακαλόκαιρο στ’ αλώνια, όπως το μικρό τσεκούρι του παππού μου, που αποκεφάλιζε ακαριαία τα κοτόπουλα, παρά την σχολαστική περιποίηση που τα παρείχε, γιατί όπως σωστά γράφει ο Ζουμπουλάκης «…τα ζώα, οικόσιτα ή μη, ήταν απλώς και μόνο στη υπηρεσία τους, για να τους δίνουν το κρέας, το γάλα, τα αυγά, το μαλλί, να τους βοηθάνε στις δουλειές, στο καμάτεμα, στο αλώνισμα, στο κουβάλιμα και στις μετακινήσεις», τ’ αγαπούσαν και το περιποιούνταν, κάποια απ αυτά καλύτερα κι απ’ όσο τους εαυτούς τους, γιατί ήταν το όχημα της επιβίωσής τους και γιατί συνέβαλαν στη ισορροπία της ζωής τους. Έχει δίκιο ο συγγραφέας σ’ όσα καταλογίζει σε κείνο τον κόσμο των παιδικών του καλοκαιριών· φτώχεια, υψηλή θνησιμότητα, φυσική και ψυχική βία σε βάρος μικρών παιδιών και γυναικών, κουτσομπολιό, κακολογία, ασφυκτικός έλεγχος της ιδιωτικής ζωής. Όμως είναι ο κόσμος των αγαπημένων του προσώπων και τον συγκινεί και συγκίνησε και μένα γιατί είναι ο κόσμος και των δικών μου αγαπημένων αλλά και ο κόσμος μέσα στον οποίο απόκτησα συνείδηση ότι υπάρχω, ο οποίος προφανώς και καθόρισε πολλά απ’ αυτά που κουβαλώ με χαρά και περηφάνια αλλά κι ως βάρος. Ναι, αξίζει να διαβάσετε αυτές τις σκάρτα 90 μικρού μεγέθους σελίδες, είτε γνωρίσατε τον κόσμο που συγκινεί τον Ζουμπουλάκη είτε όχι. Αξίζει.
Ο Ζουμπουλάκης «Στ’ αμπέλια» του σαρκάζει με τις αναφορές διανοουμένων και άλλων στην ζωή της επαρχίας στις δεκαετίες του ‘50 και του ’60, αναφορές εξιδανίκευσης όσων δεν γνώρισαν, δεν βίωσαν την ένταση των παθών, τη δύναμη του φθόνου, την απόγνωση της στενοκεφαλιάς, την πίεση της ομάδας στα άτομα, την ανυπαρξία ιδιωτικού χώρου και βίου. Στα διηγήματα της συλλογής Ο θάνατος του Αστρίτη (Δημητρης Κανελλόπουλος) τα βρίσκεις όλα αυτά. Τυχαίνει κι οι δυό να αναφέρονται στο ίδιο γεωγραφικό διαμέρισμα, αλλά μικρές διαφορές θα είχαμε αν ανήκαν σε διαφορετικά. Ο Κανελλόπουλος ζωντανεύει τους ανθρώπους και τους τόπους με τη γραφή του και κατορθώνει όχι μόνο να αποτυπώσει τα παραπάνω αλλά και να αποκαλύψει και την κρυμμένη τρυφεράδα που βρίσκεται κάτω από την σκληρή επιφάνεια, την τρυφεράδα και την αγάπη, που μάταια ψάχνει τρόπους να εκφραστεί και που στο τέλος παραμένει αυστηρά ιδιωτική υπόθεση. Ο  Τάσης Βασκαντήρας, στο έξοχο ομώνυμο διήγημα, όταν χάνεται ο αδελφός του, δεν παραιτείται απ΄την αναζήτηση του πεντακοσιάρικου που έλειπε και που ίσως να στάθηκε η αιτία του χαμού του αδελφού του. Το αναζητά κι αφού το παίρνει από τον παρ’ ολίγο συμπέθερό του, προσφέρει απλόχερα την βοήθειά του. Ύστερα «πήγε στην κάτω μεριά, που έβλεπε την Ντοάνα κι απέναντι τη Νεμούτα. Εκεί ήταν μια αριά, έκατσε από κάτω σε μια πέτρα κι έκλαψε ίσαμε το βράδυ».

Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Χρονολόγιο Χριστουγέννων

1960-1970
Νύχτα θα είναι όταν θα σε ξυπνήσουν. Θα κάνει κρύο. Οι σόμπες θ ανάψουν αργότερα. Κρύο θα έχει κι έξω. Θα θέλεις να χει και χιόνι, όπως στο τραγούδι που σου έμαθαν στο σχολειό, χιόνι στο καμπαναριό, που Χριστούγεννα σημαίνει, χιόνια στο καμπαναριό, ξύπνησε όλο το χωριό. Σαράντα χρόνια μετά θέλεις να θυμάσαι ότι είχε και χιόνια, αλλά δεν. Σίγουρα όμως κάποιες φορές θα είχε. Θα σου φορέσουν ένα μαύρο παλτό. Θα έχει υφή βελούδου. Δεν θα είναι τέτοιο φυσικά, αλλά θα σου αρέσει να γλιστράς το χέρι σου πάνω του. Θα έχει και μια ετικέτα, κόκκινη μ ένα λιοντάρι μάλλον. Στα πενήντα σου θα προσπαθείς να θυμηθείς αν ήταν στο μανίκι ή στο στήθος, αλλά δε θα τα καταφέρνεις. Θα προσπαθείς ακόμα να καταλάβεις γιατί σου χάριζε μιαν αίσθηση υπεροχής, αλλά ούτε αυτό θα καταφέρεις. Στα 50σου μάλλον ίσως πολύ πιο χαζός απ΄όσο θα τολμήσεις ποτέ να

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Μήτρογλου - Τόκλης 0-1

Από τη στιγμή που ο Ρουμάνος αμυντικός άρχισε να τραβάει τα μαλλιά του για ένα πράγμα ήμουν σίγουρος˙ δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να βρεθώ του  χρόνου το καλοκαίρι στη Βραζιλία για να πανηγυρίσω τα γκολ του Μήτρογλου στο Μουντιάλ. Εκτός φυσικά κι αν η Μέρκελ, που τόσο πολύ αγαπάει τον Αντώνη μας, απ ότι βλέπω όλη μέρα σήμερα στα αντικειμενικά μας κανάλια, αποφασίσει να μοιράσει όλα τα πλεονάσματα της φίλης χώρας Γερμανίας, όχι στους απείθαρχους ομοεθνείς της αλλά στους πειθήνιους κι ευλαβείς της μεγαλοσύνης της Έλληνες. Επειδή λοιπόν το κόβω για πολύ δύσκολο αυτό,  γι αυτό βάλθηκα να το ονειρευτώ. Όχι στον ύπνο μου, αλλά με κείνα τα όνειρα του ξύπνιου που τα κάνεις ότι θες και τα τραβάς όσο θες. Μικρός μ αυτά κατάφερνα τα πάντα. Έκλεινα τα μάτια για να μη με χαλάει το ντεκόρ στο κατώι του πατρικού μου κι έφτιαχνα θαύματα. Στη μπάλα πέντε γκολ ήθελα να βάλουμε στον Παοκ, πέντε βάζαμε. Ακόμη και το λεπτό κι ο τρόπος κι ο

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Μεταπαρέλαση

Είπα πως δε θα γράψω για το ΟΧΙ. Αλλά και πάλι πώς να το αποφύγω. Πολλές φορές δε διαλέγω το θέμα, μου επιβάλλεται μόνο του. Θα γράψω για την επέτειο του ΟΧΙ λοιπόν. Κι αυτό από χαρά. Ναι, από χαρά. Όχι γιατί είμαι απόγονος εκείνων που έγιναν συνώνυμο του ήρωα, που όρθωσαν ανάστημα σε δύναμη πυρός που το μέγεθος της ούτε να τη συλλάβουν με το νου τους δε μπορούσαν. Όχι γιατί απέδειξαν ότι η πατρίδα τους κι η λευτεριά μετρούσε κι απ΄ τη ζωή τους πιο πολύ. Όχι γιατί την ώρα που έπρεπε, όλοι μαζί γινήκαν μια γροθιά. Όχι για όλα αυτά κι άλλα πολλά που από παιδί ακούω ή διαβάζω. Αλλά γιατί, σήμερα επιτέλους, ξεπεράσαμε πια την άγονη συζήτηση για το αν πρέπει ή όχι να γίνονται παρελάσεις προς τιμήν της.
Τα τελευταία χρόνια ήταν το μείζον θέμα των ημερών. Πρέπει ή όχι; Είναι απόδοση τιμής ή παρωχημένο στρατοκρατικό και εθνικιστικό κατάλοιπο; Γιατί όλοι οι προοδευμένοι της γης, να, σαν αυτούς πχ που έσφαξαν όσες πρόλαβαν φορές, τους ανθρώπους σ όλο περίπου τον πλανήτη, δεν κάνουν παρελάσεις κι εμείς οι αναχρονιστικοί κι οι τέτοιοι κι διαφορετικοί κάνουμε; Και τ΄ άλλο το πιο τρομακτικό! Πρέπει να κρατάνε τη σημαία οι Αλβανοί ή όχι; Τη σημαία, ναι, αυτό το σύμβολο ντε 

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Σκεφτόμουν να γράψω για το φούρνο. Τον τότε, της γειτονιάς μου στα Βασιλικά, του μπάρμπα Σωκράτη, που έλεγε πολλά, κυρίως για τον ΠΑΟΚ, με μένα και το γιο του, το Γιάννη που ήμαστε Αρειανοί, και λίγα, πλαγίως,  τουλάχιστον με μένα που ήμουν δεξιός, για την αριστερά, αλλά και τον τωρινό, που δεν περιέχει πια αυτόν και τα πολλά του λόγια, αλλ’ όμως έχει μιαν υπάλληλο, τη Βαγγελιώ, που το αφράτο, λαμπερό και γελαστό της πρόσωπο επιμένει να θυμίζει σ όλους ότι το χαμόγελο κι η καλή καρδιά κι αν δεν είναι φάρμακο, πάντως δεν έβλαψε ποτέ κανένα.  
Σ αυτό το θέμα επέμεινα κι όταν άκουσα για το φόνο. Όχι τον φόνο των λόγων, αυτόν που χρησιμοποιούν όλοι, δίκαιοι κι άδικοι, χαμένοι και μη, νηστικοί και χορτασμένοι, καλοπληρωτές και φοροκλέφτες, δημοσιογράφοι κι αναγνώστες, εξουσιαστές και πολίτες, υποταγμένοι και μη για να μιλήσουν για την τρόικα, την κυβέρνηση, την κατάσταση, την οικονομία, την πολιτική, την κοινωνία. Αλλά τον άλλο. Τον πραγματικό. Αυτόν που δεν επιδέχεται αναλύσεις, δεν έχει αντίλογο, δεν

Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

Ποδοσφαιρικές σκέψεις

Τα χρόνια τούτα μ εντυπωσιάζει η γενναιότητα των εισαγγελικών λειτουργών. Προφανώς πρόκειται για μεταγραφές απ άλλη χώρα!