Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Τζουκ μποξ


Λοιπόν έχω παράπονα απ΄ το Δημιουργό κι αν μου το επιτρέψει θα του πω πως για μηχανικός δεν έλεγε και σπουδαία πράγματα. Είμαστε η μόνη μηχανή που πριν καλά καλά στρώσει κι αρχίσει ν αποδίδει, μαθαίνει ότι μια μέρα, θες από φλάντζα, θες από κεφαλή ή στρόφαλο ή λάδια ή μπουζί θα πάψει πια να λειτουργεί και τίποτα μα τίποτα δεν θα μπορεί να την ξαναβάλει μπρος, ούτε καν ο Δημιουργός της, αν υποθέσουμε ότι τραβάει έστω και μια μικρή σκοτούρα για τα δημιουργήματά του. Αλλά δε είναι τώρα το παράπονό μου γι’ αυτή την κορυφαία και καθοριστική του βασανισμού μας ατέλεια, αλλά για μια επί μέρους λειτουργία, τη μνήμη.
«Καθόμασταν μπροστά απ΄ τα τραπέζια για να βλέπουμε τα μπούτια της τραγουδίστριας» άκουσα ένα φίλο να λέει σε μια
συζήτηση για τα παιδικά μας χρόνια στο χωριό κι άρχισα αμέσως να σκαλίζω τα τεφτέρια της μνήμης μου  για να τα θυμηθώ κι εγώ, γιατί, τι διάβολο, για να μαζευόμαστε μπροστά μπροστά για να τα βλέπουμε θα ήταν ωραία ή έστω θα φαίνονταν ωραία σε μας. Άλλωστε τότε, ο εικοστός αιώνας ήθελε ακόμη περισσότερο απ΄ το ένα τρίτο της διάρκειας του για να τα τινάξει και μπούτια γυναικεία δεν έβλεπες κι εύκολα, τουλάχιστον στο χωριό. Τελικά όχι μόνο δεν καταφέρνω να θυμηθώ τα μπούτια της τραγουδίστριας, ούτε λόγος φυσικά, αφού δεν θυμήθηκα το σπουδαίο που ήταν τα μπούτια της,  να θυμηθώ ασήμαντο που ήταν το όνομά της, αλλά δεν μπόρεσα να θυμηθώ ούτε αν ήταν ο Μαρκάκης ή ο Μπακάλης κείνος ο Μπάμπης που τραγουδούσε τότε στο καφενείο του Κιτσέα, στην πλατεία των Βασιλικών, στο πανηγύρι μας. Αντί γι αυτό η ελαττωματική λειτουργία για την οποία παραπονιέμαι, η μνήμη, έφερε στο μυαλό μου άλλους που ήταν νέοι και μπορεί να τους έλεγαν Μπάμπη, Γιώργο, Γιάννη, Ηλία, Στέλιο ή Θανάση, να χορεύουν ζεϊμπέκικο κάτω απ’ το πλάτανο, στην άλλη πλατεία, στα Χάνια, κι όχι με το τραγούδι κάποιου Μπάμπη, που μπορεί να ήταν ο Μπακάλης ή ο Μαρκάκης, αλλά απ΄ 45άρια, που έπαιζε το τζουκ μποξ στο καφενείο του Αχιλλέα κι όχι με φόντο τα μπούτια μιας τραγουδίστριας, αλλά τα σμάρια των μαθητριών του γυμνασίου, που μαζεύονταν εκεί για να πάρουν τα λεωφορεία του ΚΤΕΛ και να γυρίσουν στα χωριά τους. Κι ήταν πολλοί κι είχαν όλοι μονόχρωμα πουκάμισα, θαλασσιά, κίτρινα, βεραμάν κι είχαν παντελόνια με καμπάνα, που εξαφάνιζε τα παπούτσια τους κι είχαν, αρκετοί, μακριά μαλλιά και φαρδιές ζώνες στα παντελόνια κι ήταν μεσημέρι που γίνονταν αυτά, εκεί γύρω στις δυο, κι έπιναν ρετσίνα και μπύρα, κι έπεφταν τα φράγκα ή τα δίφραγκα στη σχισμή του τζουκ μποξ, που κείνες τις στιγμές είχε την ίδια γλύκα με τη σχισμή που επιθυμούσαν και που για χάρη της στροβιλίζονταν, διπλώνονταν κι αναπηδούσαν, με τα πουκάμισα ξεκούμπωτα σχεδόν μέχρι τον αφαλό, και τα χέρια τους διάπλατα ανοιχτά, έτοιμοι ν αγκαλιάσουν αυτό που λαχταρούσαν ή αλλιώς να το ξορκίσουν κι αν κι αυτό δεν ήταν μπορετό, να το λειάνουν, να το ημερέψουν για να μπορούν να το κουβαλούν μέσα τους χωρίς να τους γδέρνει τα σωθικά μέχρι την επόμενη, που πάλι το θηρίο θα βρυχιόταν και πάλι την ανάγκη της για τη σχισμή που λαχταρούν, θα την εκτόνωναν ρίχνοντας δραχμές στη σχισμή του τζουκ μποξ  κι ο Μιχαλόπουλος θα έχει την τιμητική του, τη μια με το διαβολάκο που έβαζε και ξανάβαζε την ουρά του και την άλλη γιατί βάδιζε και παραμιλούσε με τη συμφορά του και ο Καζαντζίδης φυσικά με τη θεατρίνα του, φωτογραφία που είμαστε αγκαλιά και τις νυχτερίδες και τις αράχνες κι ο Ρεπάνης με τη διπρόσωπη κι άλλοι πολλοί, χαμένοι σήμερα στα σκοτάδια της μνήμης, που μόνο ένα το σύγχρονο τζουκ μποξ θα κατάφερνε να βρει και ν ανασύρει.
Έτσι Δημιουργέ μου ήθελα τη μνήμη, σαν το τζουκ μποξ που συντρόφεψε τις στιγμές της εφηβείας μου, εκεί στο καφενείο του Αχιλλέα με τις μπεζ φορμάικες στα τραπέζια και τις ανάλογες καρέκλες, που μάζευε νέους και μικρότερους και πρόσφερε τη μουσική και μάλιστα με την τελετουργία της διείσδυσης σε μια σχισμή κι άλλες στιγμές τουλούμπες, ροξ και σοκολατούχο αγνό σε διάφανο πλαστικό μπουκαλάκι με αλουμίνιο στο στόμιο και στη γωνιά τα ποδοσφαιράκια με τις  φωνές, με τις βρισιές και τους πανηγυρισμούς που τα συνόδευαν, την κάπνα των τσιγάρων που την έκανε μαγικότερη η διάσταση της παρανομίας, αφού ο φόβος να σε δουν τα λάθος μάτια ήταν συνεχώς παρόν, και την κατάνυξη του άβατου, αφού το μόνο θηλυκό που έμπαινε εκεί ήταν η ιδιοκτήτρια, και την δοξολογία των θηλυκών που απουσίαζαν μα ήταν βασανιστικά παρούσες, κάθε άβατο κι η λατρεία του, αφού εκτός από τις ώρες του ποδόσφαιρου, εκεί και μια από τις πρώτες τηλεοράσεις του χωριού, τις υπόλοιπες όταν γίνονταν συζητήσεις το κυνήγι των θηλυκών κυριαρχούσε και φυσικά το ψέμα κι η υπερβολή έκανε τους δήθεν ή πράγματι γνωρίζοντες να φουσκώνουν σαν κούρκοι και τους μικρότερους να πνίγονται από το ήδη πολύ άγχος τους.
Έτσι λοιπόν Δημιουργέ μου ήθελα τη μνήμη, σαν το τζουκ μποξ. Να κάθομαι μπροστά στο γυάλινο θόλο του, να διαβάζω τις στήλες με τις αναμνήσεις, να ρίχνω το κέρμα στη σχισμή, να διαλέγω αυτή που θέλω πατώντας γράμμα και αριθμό, να παρατηρώ με αδημονία την κυκλική κίνηση του μηχανισμού, ν ακούω το κρακ του βραχίονα να γραπώνει αυτή που θέλω και να ακουμπάει στο πλατό. Έτσι θα έβρισκα αμέσως αν ο Μπάμπης ήταν ο Μαρκάκης ή ο Μπακάλης και βέβαια θα έβλεπα κι εγώ τα μπούτια της τραγουδίστριας, για τα οποία αψηφούσαμε φωνές κι απειλές κι αραδιαζόμασταν μπροστά απ΄τα τραπέζια για να τα βλέπουμε χωρίς εμπόδια και κυρίως θα έβλεπα, χωρίς αμφιβολίες, όλα όσα μ έκαναν αυτό που είμαι. Έτσι θα ήθελα τη μνήμη, σα το τζουκ μποξ!

ΥΓ: Δημοσιευμένο στην "ΑΠΟΨΗ Μηνιαία έκδοση για την ποιότητα ζωής στη Θέρμη Θεσσαλονίκης"


6 σχόλια:

  1. Δημήτρη εγώ θυμάμαι τζουκ μποξ στα σουβλατζίδικα της οδού Βείκου στο Κουκάκι.(τέλη δεκαετίας 60).Από το 1979 που ζώ Θεσσαλονίκη δεν συνάντησα τζουκ μποξ! Από μπούτια στην εφηβεία; Της φιλολόγου μου (χε χε)και της Μαλίτσιας (Λάουρα Αντονέλι για όσους γνωρίζουν).Για τους αιώνιους έφηβους της γενιάς μας ιδού μια επική σκηνή από τον μάγο του σινεμά Φελίνι.Κι αν η Σαραγκίνα σας φαίνεται άσχημη,αφεθείτε στη σαγήνη της μουσικής του Νίνο Ρότα
    http://youtu.be/cJQuZXoyc5U

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

      Διαγραφή
  2. A! η Μαλίτσια! Τι φαντασίωση Δημιουργέ μου, τι φαντασίωση
    Κωνσταντίνε θα ηθελα κι εγώ να βλέπω τα μπούτια μιας τουλάχιστον φιλολόγου αλλά δεν μας έκανε τη χάρη. Ευτυχώς είχαμε μια της Αγγλικής φιλολογίας με σουτιεν που στήριζαν το στηθος της και πουκάμισα που τα κουμπιά τους τέντωναν και, σπάνια, άνοιγε κάποιο απ' αυτά!
    Εκτός του αναφερόμενου στο κείμενο τζουκ μποξ είχα την ατυχία πλέον να το έχω συντροφιά το 1977, όταν πρωτοετής έμενα Αντωνίου Καμάρα με Μανουσογιαννάκη γωνία. Στην απέναντι γωνία, Μανουσογιαννάκη με Ντεσπεραί υπήρχε ένα σουβλατζίδικο να το πω, με 3-4 τραπεζια, νομίζω το έλεγαν μοναμι αλλά δεν ορκίζομαι, και μάζευε εξοδούχους στρατιώτες. Τότε ήταν σουξέ ο υπέροχος, όπως εκτίμησα πολλά χρόνια αργότερα, Τρελός του Ακη Πάνου με τον Μητσιά. Ζειμπέκικο που το τζουκ μποξ το έπαιζε και οι φαντάροι το χόρευαν πάνω από 30 φορές κάθε βραδυ. Τρέλα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δημήτρη η προτελευταία φορά που είδα τζουκ μποξ ήταν στην μονάδα μου στη Λέσβο 1978-1979.Εκεί οι ευαίσθητοι και οι αριστεροί έλειωναν το δισκάκι του Νταλάρα "κόκκινο τριαντάφυλλο" και οι απολιτίκ το "άλλη μια μέρα δίχως σκοπό". Από τότε σιχάθηκα την κακομοίρα την Ελπίδα.
    Η τελευταία φορά που είδα jb ήταν στο play room στο σπίτι ενός φίλου πολιτικού μηχανικού στην Αθήνα την εποχή της ανόδου του χρηματιστηρίου,ανάμεσα σε φλιπεράκι,τραπέζι μπιλιάρδου και συλλογή ακριβών κρασιών και πούρων.Τότε που ο φίλος μου τρελαμένος μου έλεγε ότι σε μια μέρα συναλλαγών βγάζει πολλαπλά από εργασία μηνών!!!
    Μετά από λίγους μήνες του έστειλα ένα λινκ για κάποιον επαγγελματία επιδιορθωτή τζουκ μποξ. Είμαι βέβαιος ότι ο τελευταίος θα έβαλε λουκέτο πριν από την κρίση.
    Άκου τώρα μια ζεϊμπεκιά από jb
    http://www.songarea.com/mc/1/to_zeimpekiko_eudokias.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τσέκαρε κι αυτό το λινκ/ Αξίζει!
    http://www.tropicalglen.com/

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ελπίζω ο φίλος σου να πήρε και κάτι στο χέρι και να μην έμεινε μόνο με τον αέρα.

    Πολύ ενδιαφέρων ο σύνδεσμος! Ευχαριστώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή