Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

ΩΤΟΑΣΠΙΔΕΣ


Η soft διασκέδαση, στο Priemier, το μπαρ κάτω στη παραλία της Κρήνης,  τέλειωνε μαζί με το τρίτο συνήθως ποτό, μία με δυο ώρες μετά το μεσάνυχτα και για την παρέα, που όλη μαζί τύχαινε να αθροίζει μέχρι και τριακόσια χρόνια ζωής, άρχιζε η hard core κατάσταση, για όσους βέβαια είχαν καλό κυκλοφορικό, τύμπανα ανθεκτικά κι ατσάλινο στομάχι. Αν κι από τότε, τίποτα απ΄ τα τρία δεν διαθέτω σε άριστη κατάσταση, βρέθηκα μπόσικος μια Παρασκευή κι είπα το, όπως αποδείχτηκε, μεγάλο ναι. Είχε κρύο διαβολεμένο, θεσσαλονικιό, που ξύριζε κόντρα όποιον τολμούσε να ξεμυτίσει κι είχε και παγωμένους δρόμους απ΄ το τελευταίο πραγματικό χιόνι που θυμάμαι στην πόλη, κάπου στις αρχές της χιλιετίας, όταν ακόμη του Έλληνος ο τράχηλος κόμπαζε πώς ζυγό δεν υπομένει κι ετοιμάζονταν, με το ακαταλάβιστικο ευρώ, να ανοίξει τα φτερά για νέες πολιτιστικές κατακτήσεις σε παραλίες και βουνά, θάλασσες και πελάγη και φυσικά σε πίστες όπου τα πιο ωραία λαϊκά έγιναν γαβγάδικά κουλά που τραγουδούσανε ξανθιές, χρώμα από πάντα ελληνικό, όπως αποδεικνύεται
σήμερα, με τα άξια τέκνα του έθνους, που, ομνύοντας στο ξανθό των Αρίων, Χρυσή Αυγή ονομάστηκαν, άλλο που για να μη χτυπούν στο μάτι και τους βασκάνουμε, βάφονται κάθε πρωί με φούμο  και βγαίνουν λίγο στο μαυριδερό κι έτσι σαν να είναι από μας περνιούνται οι νέοι Καραϊσκάκηδες κι οι λοιποί του κώλου οι κοτρωναίοι.  Tώρα όμως το θέμα μας είναι οι ξανθές στις πίστες με φωνές σκατά και με κορμιά φωνάρες. Τέτοιες θα είχε και στο ΧΑΡΑΜΑ έλεγαν. Και πήγαμε. Απέναντι απ΄ το 424 ΓΣΝΕ. Μαζί με τη ζέστη και την κάπνα που μάλλον μ ανακούφιση δέχτηκα, ξυλιασμένος καθώς ήμουν απ΄το Βαρδάρη που θέριζε την Εγνατία κι ανηφόριζε προς την τρισκατάρατη Τούμπα του ακατονόμαστου σωματείου, που έμελε σήμερα μέχρι κι ο Πούτιν να την θέσει υπό την προστασία του μέσω αυτού του παλιοκαιρίσιου τύπου, του Ιβάν Σαββίδη, άκουσα και τα πρώτα φάλτσα, τα κόκκαλα θα είναι του Τσιτσάνη που τρίζουν σκέφτηκα. Καθίσαμε σε μια κώχη υπερυψωμένη, μάλλον παραθύρι θα ήταν που είχε κλείσει για τις ανάγκες του κοινού, τρεις στη σειρά και δυο στα πλάγια, σαν στην έδρα τριμελούς. Αμέσως ήρθαν οι ευγενείς της ιεροτελεστίας, μετρ και σερβιτόροι, που στα χρόνια της μεγάλης ευμάρειας της προηγούμενης δεκαετίας αντιμετωπίζονταν με το δέος εντονότερο απ΄ όσο ο συγχωρεμένος ο καρδιοχειρουργός, ο εκτός των άλλων και σπουδαίος αρειανός,  Σπύρου την ώρα που επρόκειτο να σ αφήσει χωρίς καρδιά κι όμως να ξανανοίξεις τα μάτια σου μετά από μερικές ώρες.  Φυσικά παραγγείλαμε 12άρι! Ποιος εξ ημών των από πάντα εθισμένων στα παλαιωμένα λόγω ένδειας, μπορούσε τώρα πια να συμβιβαστεί με κάτι λιγότερο από 12χρονης παλαίωσης ουίσκι! Ανάμεσά μας περιφέρονταν συνεχώς οι πέρδικες και οι μαύροι Τζόνηδες. Σε μας ήρθε ένας επιφανής Duar και τον σέρβιρε όλο γέλια ο Πρόεδρος της παρέας. Το βρήκα λίγο γλυκό μα δε μίλησα μη με πάρουν για άσχετο. Αφοσιώθηκα στα τραγούδια που ανελέητα αποκεφαλίζονταν μπροστά μου υπό την συνοδεία εκστασιασμένων αιμοχαρών θηλυκών οι οποίες, λικνίζοντας περιπαθώς τα κορμιά τους υπό τους ήχους του απ’ αρχής του κόσμου ελληνικού τσιφτετελίου, μας οδηγούσαν απευθείας από την ιεροτελεστία στο ΧΑΡΑΜΑ στις εκστασιασμένες ορχούμενες των ελευσίνιων και λοιπών μυστηρίων της αρχαιότητας, προς απόδειξη βεβαίως της αναμφισβήτητης συνέχειας της φυλής, για την σωτηρία της οποίας τόσο κόπο και προσπάθεια καταβάλουν οι Κώλο-κοτρωναίοι της Χρυσής Αυγής, ανηλεώς καταδιώκοντας και δέρνοντας, υπό την  βροντώδη επιδοκιμασία ή έστω την σιωπηλή ανοχή των μέχρι πρότινος ευωχούμενων με τα παλιωμένα σκατς και τις φωνές κορμάρες, τους μαυριδερούς πακιστανούς, τους δούλους δηλαδή του γνωστού μας στρατηλάτη, του πάσχοντος πλέον από βαρεία ορχίτιδα λόγω της μακράς του καθήλωσης, σε άβολη μάλιστα στάση, επί του Βουκεφάλα στην παραλία της Σαλονίκης.  Ορχίτιδα όμοια με την βαριά πνευματική που μας προκάλεσε η μακρά μας καθήλωση σε παλιωμένα σκατς και γκουρμέδες, σε κλικ και νίτρα, brand names, κάρτες και δάνεια για σπίτια κι αυτοκίνητα και σ’ άλλα ων ουκ έστι αριθμός. Αλλά για το ΧΑΡΑΜΑ μιλάμε τώρα και για τους αρσενικούς που έραιναν μ άνθη τις μακελάρισσες των τραγουδιών, περήφανοι για το κορμί που συνόδευαν ή για την μυσταγωγία που συμμετείχαν. Τρεις η ώρα  και η πρωθιέρεια  της τελετής, χωρίς συναίσθηση χωρίς αιδώ, κατακρεουργεί μεθοδικά άσμα γνωστό και λαϊκό και κάπου στη κορύφωση του σιωπή βαθιά, τα όργανα παύουν, οι θεατές βουλιάζουν στις καρέκλες, όλοι κρατούν την ανάσα τους, μαζεύομαι κι εγώ φοβισμένος για το τι μέλλει να συμβεί και πριν προλάβω να ρωτήσω ξεχύνεται a capella η φωνή της, οξεία, τσιριχτή, διαπεραστικότερη κι από Βαρδάρη που φυσάει καταπάνω σε γυμνά βρεγμένα σώματα, ακατάληπτη απ΄ τα φάλτσα, σα ουρλιαχτό, και πριν προλάβω να φυλαχτώ αισθάνομαι το κεφάλι μου άδειο και τα μυαλά μου κολλημένα στον πίσω τοίχο κι ύστερα τα πλήθη ουρλιάζουν στις κερκίδες κι η ιέρεια κατεβαίνει ανάμεσα τους για να προσφερθεί σε λιντσάρισμα προς εξιλέωση για το κακό που μας έκανε σκέφτομαι καθώς προσπαθώ να κλείσω το τσακισμένο μου κρανίο, για να την αγγίξουν οι παραληρούντες ευτυχείς θαυμαστές της όμως είναι ο πραγματικός λόγος. Εν μέσω των αλαλαγμών του πλήθους χάνεται στο βάθος της μικρής, ευτυχώς αίθουσας και σωριάζομαι άπνοος στο καναπεδάκι. «Να σου βάλω ουίσκι» μου λέει ο Δημήτρης, παλιός και συνηθισμένος στις δραματικές αυτές παραστάσεις, βάλε, αν και είναι σα λικέρ του λέω, «το πίνεις;» ρωτάει έκπληκτος, «ούτε κόκα κόλα πίνουμε» συνεχίζει «κι αυτές ληγμένες είναι»! Σερβίρει από ψηλά και σκορπίζει παντού ο πολύς 12άρης Duar, σπονδή στα νεκρά μας τύμπανα και στα κατακρεουργημένα τραγούδια την ώρα που πάλι τα τσιφτετέλια ή κάτι σαν τσιφτετέλια, αφού μαζί με όσα καταφέραμε να κάνουμε πολτό, ήταν κι οι μουσικές που ξαφνικά και στ όνομα του «έτσι τη βρίσκω εγώ κι σ όποιον αρέσει» όλοι οι ρυθμοί γίνανε τσιφτετέλι για να κουνούν εκτός απ΄ τα κορμιά των θηλυκών και τις κακόγουστες ξεχειλωμένες κοιλιές των αρσενικών και κάπου εκεί καθώς πλησίαζε η αυγή, η σκέτη, όχι η χρυσή, η σεμνή τελετή έλαβε τέλος. Βγήκα ανακουφισμένος και ζωντανός στο κρύο και με πλησίασε ο ένας της παρέας, ο Γιάννης, κείνο το βράδυ τον γνώρισα, και χουχούλιαζε τα χέρια του να τα ζεστάνει, ψόφος μου λέει, καλύτερα ψόφος παρά μέσα στην κόλαση του απαντώ, κι αυτός χαμογελώντας ανοίγει την μία του παλάμη, μου τη δείχνει και λέει «μέσα δεν έχω πρόβλημα, φορώ ωτοασπίδες».
Σκέφτομαι πολλές φορές τις ωτοασπίδες του Γιάννη. Αν τις φορούσαμε στα μυαλά μας λέω ίσως σήμερα αλλιώς θα ήμαστε εμείς, αλλιώς αυτοί που μας μιλούν, άλλοι αυτοί που κυβερνούν… 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου