Τότε γνωριζόμασταν προσωπικά.
Μεγάλωναν στην ίδια αυλή με μένα. Και τώρα γνωριζόμαστε προσωπικά. Μεγαλώνουν
λίγο πιο κάτω απ΄το σπίτι μου και πολλές φορές συναντιόμαστε. Και τότε και τώρα
η κατάληξη είναι ίδια. Αυτά τα σφάζουν κι εγώ τα τρώω. Φταίει η κακή τους
μοίρα. Αυτά είναι αρνιά, εγώ βάρβαρος, συγγνώμη άνθρωπος ήθελα να γράψω. Καλά,
δεν θα αρχίσω τώρα τις κλάψες και τις ενοχές για τα καημένα τα αρνάκια κι άλλα
φαιδρά. Ο καθείς και η μοίρα του. Τ’ αρνί τρώει το χόρτο, εγώ τ’ αρνί, εμένα η
Τρόϊκα κι όλους μαζί το μαύρο σκοτάδι. Βέβαια, τα έρμα τα αρνιά ένα παράπονο
απ΄ το δημιουργό τους θα το έχουν, επειδή κάθε χρόνο σφάζονται ομαδικά με την
ευκαιρία της Ανάστασης! Ε, ένα δίκιο το έχουν. Ανασταίνουμε εγώ, σφάζω εσένα
απ΄ τη χαρά μου! Μπορούμε να το
καταλάβουμε το δίκιο τους. Είναι κάτι σαν την ανακεφαλαίωση των Τραπεζών.
Ανασταίνονται αυτές με τα 30, 40 ή όσα χρειαστούν δις, σφάζονται δικαιώματα και
μισθοί όσων περιμένουν το Πάσχα να φάνε αρνί και δε μπορούν ούτε στη μετά
θάνατο δικαίωση να προσδοκούν, γιατί με τα καντήλια που κατεβάζουν καθημερινά
κι η κόλαση στο πάτο της θα τους στείλει.
Δευτέρα 16 Απριλίου 2012
Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012
Γιαουρτάκια στην παρέλαση
Κουρεμένοι
λοιπόν, σαν υπάκουοι μαθητές στις εντολές των καθηγητών και της Γυμνασιάρχη,
της Άντζελας, όχι, δυστυχώς, της Δημητρίου, που τώρα κάνει πάλι σουξέ με τους
κουρεμένους που δε γιορτάζουνε ποτέ, αλλά της άλλης, της καλύτερης των
γερμανικών ποιμενικών που φυλάγουν τα πρόβατα στις στρούγκες της Ευρώπης, μη
τυχόν και ξεμυτίσουν αυτά σε τίποτα αφύλαχτα λαγκάδια ν΄ ανασάνουν και φάει τα
αφεντικά των ποιμενικών λύκος μαύρος. Κουρεμένοι, όπως ταιριάζει στις μέρες της
παρέλασης που πλησιάζει και πρέπει να είμαστε με περιποιημένα κεφάλια και ρούχα
ομοιόμορφα. Χωρίς τάξη και πειθαρχία θυμώνουν τα ποιμενικά και δείχνουν τα
δόντια τους κι εμείς, αρκετές γενιές τώρα, χέστες πατενταρισμένοι, εξαντλούμε
το ηρωισμό και τον τσαμπουκά μας σε μούντζες στους «επίσημους» των παρελάσεων και στη συνέχεια σε ώρες
συζητήσεων, αν η πράξη του ενός μαθητή την πρώτη φορά και των περισσότερων
μιμητών του στην συνέχεια, ήταν αγένεια, ψευτοτσαμπουκάς, νεανική ανοησία ή η
έναρξη της επανάστασης των νέων κατά των εγχώριων τσοπανόσκυλων και των
γερμανικών ποιμενικών. Και σα να μην έφτανε το κολοσσιαίο αυτό ερώτημα, που
βασανίζει από καθηγητές πανεπιστημίου ίσαμε τη Μενεγάκη, ήρθε και το γιαούρτωμα
του φιλεύσπλαχνου τραγουδιστή, ο οποίος,
αφού πρώτα μας είπε ότι καλά μας κάνουν και μας πηδάνε, στη συνέχεια
Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012
Του έρωτα και του θανάτου
Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012
Τάκα τάκα τάκα τάκα τα
Όχι, δεν είναι
καλπασμός αλόγου, ούτε ήχος σάλπιγγας που σαλπίζει γιούργια στης Άντζελας της
Μέρκελ τα γαϊδούρια, όπως πολλοί, ζαλισμένοι απ΄ τα ρακιά των ημερών,
ονειρεύονται, δεν είναι το Αέρα-Αέρα ημών των απογόνων σπουδαίων πατεράδων και
προγόνων γενικώς, καθώς, εν ενί στόματι και μία καρδία, εφορμούμε για να
πετάξουμε στον καιάδα της ιστορίας τους τοκογλύφους τραπεζίτες, τους
αγκυλωμένους ιδεοληπτικούς της ελευθερίας, μα όχι των ανθρώπων αλλά των αγορών,
τους καγκελάριους κι επιτρόπους, τους
τροϊκανούς, την σάρα τη μάρα και το κακό συναπάντημα των ημεδαπών
πολιτικών αλλά μαζί και τη μακαριότητα και την αστοχασιά μας, την αβελτηρία, τη
μικροπονηριά και τον ωχαδερφισμό μας, όχι αυτό το τάκα τάκα τάκα τάκα τα δεν είναι σάλπισμα επανάστασης κι ανατροπών,
αλλά ήχος κορνέτας, που κρατάει κάποιος τσιγγάνος και, μαζί με τους υπόλοιπους
της μπάντας, εκεί γύρω στα 1970, παίζουν το τραγούδι του Τέρη Χρυσού, σαν
ιντερμέτζο, που κόβει στα δυο τα παπάκια που πάν στη ποταμιά κι «όλις τις βέργις
που εινι δω» και είναι η ώρα του μοντέρνου προγράμματος, του σέικ κι όλοι
κουνιούνται στην πλατεία στο ρυθμό του.
Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012
Τζουκ μποξ
Λοιπόν έχω
παράπονα απ΄ το Δημιουργό κι αν μου το επιτρέψει θα του πω πως για μηχανικός
δεν έλεγε και σπουδαία πράγματα. Είμαστε η μόνη μηχανή που πριν καλά καλά
στρώσει κι αρχίσει ν αποδίδει, μαθαίνει ότι μια μέρα, θες από φλάντζα, θες από
κεφαλή ή στρόφαλο ή λάδια ή μπουζί θα πάψει πια να λειτουργεί και τίποτα μα
τίποτα δεν θα μπορεί να την ξαναβάλει μπρος, ούτε καν ο Δημιουργός της, αν
υποθέσουμε ότι τραβάει έστω και μια μικρή σκοτούρα για τα δημιουργήματά του.
Αλλά δε είναι τώρα το παράπονό μου γι’ αυτή την κορυφαία και καθοριστική του
βασανισμού μας ατέλεια, αλλά για μια επί μέρους λειτουργία, τη μνήμη.
«Καθόμασταν
μπροστά απ΄ τα τραπέζια για να βλέπουμε τα μπούτια της τραγουδίστριας» άκουσα
ένα φίλο να λέει σε μια
Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011
Ερωτες
Έρωτες λοιπόν, αλλά αν πάει στο
πονηρό ο νους σας, χάσατε! Όχι, δεν θα σας πως για μπακάλικα και μαγειριά,
γεύσεις, μπαχάρια κι ευωδιές που μας βοηθούν ν αφήνουμε αναθήματα στη λευκόποδη
Αφροδίτη. Ούτε θα πω γι’ άλλα, που θα αφορούσαν ίσως σύγχρονες κι επίγειες θέες
ή κι απλές θνητές, απ΄ τα πολλά που γύρω μας συμβαίνουν κι εύκολα στο τίτλο μου
θα ταίριαζαν. Ίσως γιατί το βήχα μου κόψε ο εκδότης. «Ρε σύ μέρες δύσκολες που
είναι γιατί δε το ρίχνουμε στις ροζ ιστοριούλες να ανέβει λίγο των αρσενικών η
ορμή μπας και γελάσει λίγο και το χείλι κάθε πικραμένης;» τον ρώτησα. Μα τούτος
είναι σοβαρός και με φωνή που δε σηκώνει και πολλά «Εμείς είμαστε η ΑΠΟΨΗ!» μου
λέει «και δε θα γίνουμε ποτέ του δήμου οι καπουτσίνοι». Έτσι, και να ΄θελα, δεν
θα μπορούσα για άλλους έρωτες να πω παρά μονάχα γι όσους από παιδιά χωρίς τη
συναίνεση των γονιών μπορούν να διαβαστούν. Όμως και πάλι, αν άφηνα στο κείμενο
ανθρώπους να κυκλοφορούν, δύσκολα θα απέφευγα, απ’ αυτό που λέμε ρομαντικό και
μάλλον λανθασμένα πλατωνικό, σε κάποιο σύμπλεγμα πολύπλοκο, πολυμερές και
πολυτονικό να καταλήξω.
Γι
αυτό λοιπόν τον έρωτά μου για τις λέξεις θα σας πω! Ναι γι αυτές τις ίδιες που
ξέρετε κι ίσως τις ερωτεύεστε κι εσείς. Με κυρίευσαν σαν ήμουνα παιδί και δεν μ
αφήσανε ποτέ. Με κυβερνούν κι εγώ όσο μπορώ τις κάνω τα χατίρια. Κι είναι
αμέτρητες, ποικίλες με πολλές μορφές, και ασταθείς και σταθερές, άλλες μικρές
και ζουμερές κι άλλες λιγνές, ξερακιανές και στραβοκάνες, άλλες πνιγμένες στα
υγρά, τα σύμφωνα εννοώ λιγούρηδες αρσενικοί, τα σύμφωνα, το «λάμπδα»,
«Πραγματικά
βρεγμένο. Ίδιο βότσαλο» το
λέει ο ποιητής, και το «Ρο» που είναι «παιδικό και, μάλιστα, σχεδόν
πάντοτε γένους θηλυκού», κι
άλλες το «Γάμα» που αγαπούν, «Το πιο ελαφρύ που η αδυναμία σου να το
προφέρεις δείχνει το βαθμό της βαρβαρότητάς σου», κι άλλες πολλές που
προτιμούν το «Σίγμα», είτε αρχικό, είτε στη μέση, είτε τελικό, γιατί είναι «Ζιζάνιο» κι «..ο Έλληνας πρέπει κάποτε και να σφυρίζει».
Κι είναι κι αυτές που τα φωνήεντα αγαπούν, το «Άλφα», το πρώτο πρώτο
καθενός μας, της απορίας του, της έκπληξης, του πόνου και της ηδονής, αυτό που
μόνο του μπορεί να ουρλιάζει ή να τραγουδά, που είναι «είναι λευκό ή κυανό, ανάλογα με
τις ώρες και τις θέσεις των άστρων»,
η το «ε(ψιλον)», που όλο καλεί ή διώχνει ή φωνάζει ή απειλεί αυτό το «όλο
αέρα» που «Το πιάνει ο Μπάτης» ή το «Υψιλόν» που είναι «Το πιο ελληνικό γράμμα. Μια Υδρία».
Αυτές λοιπόν,
οι λέξεις, είναι ο έρωτάς μου ο κρυφός. Αυτές που είναι όμορφες και τρυφερές αν
είναι τέτοιες οι ψυχές που τις μιλούν κι αν είναι τέτοια και τ’ αυτιά που τις
ακούν. Αυτές που είναι υπάκουες ακόμη και γι’ αυτούς που πονηρά ή αδιάφορα απ΄
το στόμα τους τις βγάζουν. Που είναι μαγικές και στα χέρια όσων έχουν το δώρο
του θεού γίνονται σφαίρες και σπαθιά, γκρεμίζουν κάστρα κι σπρώχνουν σ’
αντιδράσεις, δράσεις κι αποδράσεις. Αυτές που πάνω απ’ όλα φτιάχνουν τον κόσμο
που μας περιέχει.
Αυτές
είναι ο έρωτας μου ο κρυφός και σας μιλώ γι αυτές, γιατί τούτο τον καιρό, μαζί
με όλα τ’ άλλα που έπεσαν στα κεφάλια μας κι απειλούν να μας τσακίσουν, τόσο πολύ τόσοι πολλοί βάλθηκαν να τις αποδομήσουν
και προσπαθούν το μαύρο να κάνουνε λευκό, να τις γυμνώσουν απ΄ τα κομμάτια της
ψυχής μας, που είναι κρεμασμένα σα
στολίδια στις σημασίες τους, να μας κάνουν να τις μισήσουμε, γιατί ο κόσμος που
θα συγκροτούν θα είναι ψυχρός και εχθρικός, ξένος κι άγνωστος κι όχι αυτός που
μάθαμε μαζί τους ν αγαπάμε. Έτσι πρόχειρα αναφέρω μερικές∙ πατρίδα, ελευθερία,
δημοκρατία, δικαιοσύνη, ευθύνη, φιλότιμο, λεβεντιά, συμμετοχή, ανάγκη,
αλληλεγγύη, κατανόηση κι άλλες, κι άλλες κι άλλες. Το ξέρω, και θα το ξαναπώ,
είναι πολλά αυτά που έπεσαν στα κεφάλια μας και μας τρομοκρατούν, όμως δεν
ήθελα για αυτά να σας μιλήσω. Όχι γιατί δε νοιάζομαι, πώς θα μπορούσα άλλωστε
να μη νοιάζομαι γι αυτά που ξαφνικά φέρνουν τα πάνω κάτω στη ζωή μου, αλλά
γιατί μιλούν γι αυτά πολλοί, πιο ικανοί και επαρκείς, και λίγες αράδες
περισσότερες μήτε σοφότερο μήτε ευτυχέστερο θα έκαναν κανέναν από σας. Γι αυτό
τους έρωτες μου διάλεξα για θέμα, αυτούς, που ο Ποιητής τόσο ωραία τραγούδησε
πριν χρόνια:
«Αφόντας
μπήκα σ΄ έρωτα για τούτα τα κορμάκια λίγνεψα, έφεξα. Σ’ ύπνο και ξύπνο άλλο στο
νου δεν είχα – πώς να τα μεγαλώσω, μια μέρα να τα κοιμηθώ. Παραμόνευα πίσω απ΄
τις θύρες. Έμαθα να τα πιάνω στον αέρα, στο νερό. Αλλά πώς να τα πω δεν ξέρω
ακόμα"[i]
Αυτά τα
κορμάκια διάλεξα, που αγκαλιάζονται και σχετίζονται και γεννούν τις λέξεις μας,
τη γλώσσα μας, την πρωταρχική συνθήκη της ύπαρξής μας, τον τρόπο που αποκτούμε
ταυτότητα και συνείδηση του εαυτού μας, το μέσο που φτιάχνουμε τον κόσμο και
βρίσκουμε τη θέση μας σ΄ αυτόν. Γι’ αυτό τα ερωτεύομαι. Για τον ίδιο λόγο τα
ερωτεύεται ο καθένας, είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι. Η αγάπη μας γι αυτά, η
αγάπης μας για τη γλώσσα είναι πράξη βαθιά πολιτική, πολύ βαθύτερη ίσως από
συμβάσεις και μνημόνια. Ας κρατήσουμε και στα δύσκολα την αγάπη μας γι αυτήν
και τις σημασίες της. Θα μας το ανταποδώσει.
[i]
Από τον αριθμό -2- της ενότητας «Και με φως και θάνατον [1-7] του
ποιήματος του Οδυσσέα Ελύτη «Ο Μικρός
Ναυτίλος» (ΠΟΙΗΜΑΤΑ σελ. 500 Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ). Όλες οι αράδες που είναι
γραμμένες με πλάγια και έντονη γραφή είναι επίσης του αριθμού -2- της ίδιας ενότητας.
(ii) Δημοσιευμένο στην ΑΠΟΨΗ Μηνιαία έκδοση για την ποιότητα ζωής στη Θέρμη Θεσσαλονίκης.
(ii) Δημοσιευμένο στην ΑΠΟΨΗ Μηνιαία έκδοση για την ποιότητα ζωής στη Θέρμη Θεσσαλονίκης.
Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


