Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Σπανακόπιτα


Κάπου εκεί στράβωσε το πράγμα. Τότε που η σπανακόπιτα έγινε από κυρίως φαγητό σνακ και συνοδεύει, σε μικρά τετράγωνα κομματάκια, τον απογευματινό καφέ της μάνας μου και των φιλενάδων της. Κάπου εκεί πρέπει να πήραμε την κατηφόρα και φτάσαμε σήμερα να μην μπορούμε να εφοδιάζουμε με ένα τόνο σπανάκια την ημέρα τον έμπορο που θέλει να τα στέλνει στην Βουλγαρία. «Δεν υπάρχει τέτοια ποσότητα» του απάντησαν, σε μια κουβέντα που άκουσα τυχαία προ ημερών, και τον έστειλαν σε παραγωγούς άλλου δημοτικού διαμερίσματος, το οποίο μάλιστα, χρόνια τώρα που η σπανακόπιτα είναι  σνακ, γιορτάζει και την ημέρα του σπανακιού. Μέρα του σπανακιού όπως δηλαδή, πριν γίνει σνακ η σπανακόπιτα, η μέρα του Αη Γιώργη, της Αγίας Παρασκευής και της Παναγίας το Δεκαπενταύγουστο, της 25η Μαρτίου και της επετείου  του ΟΧΙ. Έτσι αφού έγινε σνακ μάθαμε να τιμούμε το σπανάκι, τη σαρδέλα, σε όμορο δήμο, τα κολοκύθια, να κάνουμε γουρονοχαρές και άλλες ανάλογης αξίας και ποιότητας πολιτιστικές εκδηλώσεις. Ήμασταν  πια άλλοι, ανώτεροι, και όλα τούτα γίνανε φολκλόρ. Δεν τρώγαμε πια την ταπεινή σπανακόπιτα ως κύριο φαγητό αλλά τη χρησιμοποιούσαμε για συνοδευτικό του καφέ μας, όπου μάλιστα τρώγαμε δυο τρεις μπουκιές, επειδή «μυρίζαμε χορτασιές», όπως μας έλεγε η σχωρεμένη η γιαγιά μου κάθε φορά που τρώγαμε κάτι με μισή καρδιά και συμπλήρωνε πάντα και το ηθικοπλαστικό και ψυχωφελές «κατοχή που σας χρειάζεται», διαπίστωση που κατά πως φαίνεται έμελε για πολλούς των Ελλήνων να έχει αποδειχτεί ήδη σχεδόν προφητική!
               

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Περί του μέλλοντος κι άλλων δαιμονίων


Προς τα Βασιλικά με το αυτοκίνητο. Σκέφτομαι πως πρέπει να γράψω για την ΑΠΟΨΗ και μου λείπει το θέμα. Ένας φίλος μου είπε ότι στα μέχρι τώρα κείμενά μου οι αναφορές στο παρελθόν είναι ωραίες αλλά έχουν κουράσει! Γράψε για τώρα, για το μέλλον, με προέτρεψε. Τι να γράψω για το μέλλον σκέφτομαι καθώς περνώ πλάι στα νεκροταφεία, δεν ξέρω καν αν υπάρχει. Μπαίνω στη Θέρμη και συνεχίζω ευθεία προς το Τριάδι. Περνώ απ τον υποδειγματικής σεμνότητας, οικονομίας και αισθητικής σκεπαστό δρόμο της και βγαίνοντας απ΄ την πόλη βλέπω τα έργα στο χείμαρρο που βρίσκεται στα βορειοανατολικά της κι αμέσως οι σκέψεις μου πάνε περίπατο. Μια περηφάνια με πλημμυρίζει που είμαι δημότης αυτού του δήμου. Συρμάτινα πλέγματα με πέτρες καλύπτουν την κοίτη και τις όχθες και με κάνουν να σκέφτομαι ότι παρά τα όσα λένε οι κακόπιστοι, συριζαίοι και άλλοι συνιστάμενοι, γίναμε Ευρώπη!

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Μελομακάρονα μεγάλα

Ο εκδότης ήταν σαφής. “Θα γράψεις για το πνεύμα των Χριστουγέννων για να πάρεις το χριστουγεννιάτικο δώρο της εφημερίδας για κάθε συνεργάτη μας, μια πιατέλα μελομακάρονα”. Και ναι μεν δεν σηκώνω διαταγές αλλά και μια πιατέλα μελομακάρονα σήμερα ισούται με μια βαλίτσα Louis Vuitton της προηγούμενης δεκαετίας. Το δέλεαρ ισχυρό, το πνεύμα απρόθυμο όμως, ή μάλλον όχι απρόθυμο αλλά αδύναμο. Που να βρω εγώ το Πνεύμα των Χριστουγέννων αναρωτήθηκα. Αν ήμουν ο Ντίκενς θα μπορούσα να ελπίζω στις οπτασίες που κρατώντας με απ΄το χέρι θα μου το αποκάλυπταν, αλλά δεν είμαι και φυσικά χάρη στους καλούς μας επιστήμονες, έχουμε απαλλαγεί κι απ΄τις οπτασίες! Αν εμφανιστούν μπροστά μας τώρα αντί να μας αποκαλύψουν το Πνεύμα των Χριστουγέννων, θα μας ανοίξουν την πόρτα του ψυχιατρείου.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Κ α τ ε δ α φ ί σ ε ι ς

Δεν αντιστάθηκε κανείς. Το γκρέμισαν! Έτσι απλά. Μάλλον δεν το γκρέμισαν. Το γκρεμίσαμε! «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ» μπουλντόζες, φτυάρια και αξίνες το γκρέμισαν. Πάνε χρόνια τώρα. Μετά το μεγάλο σεισμό του ‘78. Είχε ρωγμές. Έτσι είπαν οι σοφοί. Έβαλαν τζαμάκια στα πλευρά κι αυτό το θρυμμάτισε. Κάθεται, δεν έχει ζωή, είπαν. Σπουδαγμένοι ήταν. Αυτοί ήξεραν. Εμείς όχι. Αλλού μάθαν τα γράμματα αυτοί, τι να τους νοιάξει; Εμείς όμως; Το γκρέμισαν. Πρώτα το μισό κι έπειτα τα άλλο. Σε δόσεις σα να λέμε ή , καλύτερα, σε μνημόνια, όπως τώρα μάθαμε πάλι απ΄ αυτούς που έμαθαν τα γράμματα αλλού κι αλλού είναι η ζωή τους, αλλού τα χνάρια τους κι αλλού η ψυχή τους. Και τι να τους νοιάξει για τις δικές μας ζωές; Και τις γκρεμίζουν. Δεν έχουν ψωμιά, λένε. Καθιζάνουν και θέλουν, λένε, οι ζωές μας, ανάπλαση. Μάλλον όχι ανάπλαση, ανοικοδόμηση, λένε. Έτσι λένε αυτοί που έμαθαν τη ζωή αλλού και δεν τους νοιάζει η δική μας. Και πρέπει, λένε, να τη γκρεμίσουμε τη ζωή μας. Γιατί, λένε, ο μεγάλος σεισμός, αυτή η κρίση ντε που τάραξε συθέμελα τον κόσμο, μας βρήκε μπόσικους, χωρίς βαθειά θεμέλια και μας ράγισε, μας γέμισε ρωγμές κι ήρθαν οι μηχανικοί και μας χαρακτήρισαν κόκκινους, προς κατεδάφιση δηλαδή, όπως τότε χαρακτήρισαν το σχολειό μας οι μηχανικοί που αλλού είχαν μάθει τα γράμματα, όπως κι αυτοί που κόλλησαν τώρα στη ζωή μας το κόκκινο χαρτάκι. Και τη γκρεμίζουν! Και δεν αντιστέκεται κανείς. Και δεν μας λέει κανείς ποιος έφερε τη κρίση. Γιατί η κρίση αυτή δεν είναι πλάκες που τρίβονται στα έγκατα της γης σαν ερωτευμένες και ύστερα πλακώνονται για να εκτονωθούν κι όταν βογκούν τρέμει ολόκληρη σα νυφικό κρεβάτι. Η κρίση είναι ιδέες κι επιλογές, παίγνια, διαγράμματα και αριθμοί, δίψα για χρήμα κι εξουσία, τρόπος να βλέπεις τον κόσμο και να ζεις. Και αυτά δε γίνονται στα έγκατα της γης, αλλά στην επιφάνεια της, από «μηχανικούς» όπως αυτοί που θέλουν να μας ανοικοδομήσουν.
Και βοηθήσαμε κι εμείς. Με φτυάρια κι αξίνες και κάρα κι αυτοκίνητα κι άλλα εργαλεία. Να γίνει η κατεδάφιση του σχολείου μας, γιατί γι αυτό μιλώ τώρα, του μεγαλόπρεπου στα μάτια μας κι ωραίου, να εκποιηθούν τα υλικά της κατεδάφισης και να προχωρήσουμε στην ανέγερση του καινούργιου. Και δεν λογάριασαν, ούτε οι μηχανικοί, αυτοί που αλλού είχαν μάθει γράμματα και δεν τους ένοιαζε, ούτε κι εμείς που εκεί τα μάθαμε κι έπρεπε να μας νοιάζει, ότι το σχολειό μας ήταν το πιο ψηλό μες στο χωριό. Στο χωριό, ναι. Όχι σ αυτά τα μακρινάρια, δημοτικό διαμέρισμα και μπλα μπλα, που οι μικρόνοες με την επίκληση των άμοιρων προγόνων προσπαθούν να μας πείσουν ότι είμαστε. Στο χωριό λοιπόν, ήταν το πιο ψηλό, ψηλότερο και απ΄την εκκλησιά του Αη-Γιώργη, ψηλότερο ακόμη κι απ΄το καμπαναριό της. Και δεν το χε κατασκευάσει καμιά μηχανική ή άκτορας ή μπόμπολας ή το κακό συναπάντημα, αλλά οι ταπεινοί του χωριού με το προσωπικό τους μόχθο και τη θέληση «να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα». Το 1913 αποφασίστηκε η ανέγερση του και «Το νέο σχολείο θεμελιώθηκε την Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1914 και την Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1915 έγιναν τα εγκαίνια»
Κι ήταν όλοι εκεί, περήφανοι και χαρούμενοι, όχι γιατί δεν είχαν προβλήματα, όχι γιατί ήταν ζηλευτή η κατάσταση τους, αλλά γιατί έχτιζαν τη ζωή τους. Κι εμείς το γκρεμίσαμε! Γιατί οι μηχανικοί το βρήκαν κουρασμένο. Και μαζί μ΄ αυτό και τα ίχνη που άφησαν στο σώμα του όσοι μόχθησαν να το κτίσουν κι όσοι μέσα του έμαθαν να συλλαβίζουν και να διαβάζουν και να σκέφτονται. Το γκρεμίσαμε και μαζί μ αυτό και τη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά που μας χάριζε. Το γκρεμίσαμε και τα υλικά της κατεδάφισης εκποιήθηκαν. Σαν τώρα οι μηχανικοί, αυτοί που αλλού έμαθαν γράμματα και διόλου δεν τους κόφτει για τη ζωή μας την κατεδαφίζουν και θέλουν να εκποιήσουν τα υλικά της κατεδάφισης για να ξεπληρώσουμε, λένε, αυτά που τους χρωστάμε και να μας χτίσουν μια ζωή καινούργια. Γιατί αυτό είναι το ηθικό, λένε. Αν δε μπορείς να πληρώσεις τα που χρωστάς τότε να πληρώνεις με τη ζωή σου ή έστω με την εκποίηση των υλικών της κατεδάφισης της. Έτσι έμαθαν στα δικά τους σχολειά, τα μεγαλόπρεπα κι ωραία, που τους τα έχτισαν λούθηροι και καλβίνοι, πνεύματα λαμπρά και φωτισμένα απ το θεό κι όχι φτωχοί και ταπεινοί με μπενεβρέκια και κασκέτα που έχτισαν το δικό μας. Κι εμείς τους βοηθάμε. Με φτυάρια κι αξίνες και κάρα κι αυτοκίνητα κι άλλα εργαλεία. Αλλά τούτα δεν είναι της στιγμής.
Εγώ για το σχολειό μου ήθελα να σας πω. Γιατί τ΄ αγαπώ κι ας το γκρεμίσαμε κι ας δώσαμε τα υλικά του για εκποίηση. Μα θα τα πω άλλη φορά. Ίσως του χρόνου που θα γινόταν 100 χρονών αρκεί ακόμη να μπορώ ν΄ αρχίσω τη διήγηση μου λέγοντας ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα σχολειό κι όχι να είμαι αναγκασμένος να πω ήταν μια φορά κι έναν καιρό μια ζωή σε μια χώρα..
ΥΓ: Δημοσιεύεται στην ΑΠΟΨΗ ,μηνός Νοεμβρίου 2012.
ΥΓ1:Ιστορικές πληροφορίες για το Δημοτικό Σχολείο Βασιλικών μπορείτε να βρείτε στο εξαιρετικό άρθρο, απ’ όπου και οι φωτογραφίες, του σημερινού διευθυντή του σχολείου κ. Μιχάλη Καραντάλη που δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://blogs.sch.gr/1dimvasil/%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CF%82/

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

ΩΤΟΑΣΠΙΔΕΣ


Η soft διασκέδαση, στο Priemier, το μπαρ κάτω στη παραλία της Κρήνης,  τέλειωνε μαζί με το τρίτο συνήθως ποτό, μία με δυο ώρες μετά το μεσάνυχτα και για την παρέα, που όλη μαζί τύχαινε να αθροίζει μέχρι και τριακόσια χρόνια ζωής, άρχιζε η hard core κατάσταση, για όσους βέβαια είχαν καλό κυκλοφορικό, τύμπανα ανθεκτικά κι ατσάλινο στομάχι. Αν κι από τότε, τίποτα απ΄ τα τρία δεν διαθέτω σε άριστη κατάσταση, βρέθηκα μπόσικος μια Παρασκευή κι είπα το, όπως αποδείχτηκε, μεγάλο ναι. Είχε κρύο διαβολεμένο, θεσσαλονικιό, που ξύριζε κόντρα όποιον τολμούσε να ξεμυτίσει κι είχε και παγωμένους δρόμους απ΄ το τελευταίο πραγματικό χιόνι που θυμάμαι στην πόλη, κάπου στις αρχές της χιλιετίας, όταν ακόμη του Έλληνος ο τράχηλος κόμπαζε πώς ζυγό δεν υπομένει κι ετοιμάζονταν, με το ακαταλάβιστικο ευρώ, να ανοίξει τα φτερά για νέες πολιτιστικές κατακτήσεις σε παραλίες και βουνά, θάλασσες και πελάγη και φυσικά σε πίστες όπου τα πιο ωραία λαϊκά έγιναν γαβγάδικά κουλά που τραγουδούσανε ξανθιές, χρώμα από πάντα ελληνικό, όπως αποδεικνύεται

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Νικηφόρος Ουρανός


Βγήκε απ’ το μετρό στο σταθμό της Ομόνοιας και πήρε την Αθηνάς, του ήταν πιο οικεία, ψάρευε γυναίκες παλιότερα για ένα ξαλάφρωμα. Περπατούσε χωρίς να βιάζεται, μάλλον αφηρημένα, γιατί αρκετές φορές ζήτησε συγγνώμη από βιαστικούς που έπεσε πάνω τους. Δεν έβλεπε γύρω του. Απλά προχωρούσε. Με το κεφάλι του λίγο σκυμμένο έβλεπε τα πόδια του να να επαναλαμβάνουν με τον ίδιο μονότονο ρυθμό μιαν ομοιόμορφη κίνηση, σαν να έβλεπε τις μέρες του να διαδέχονται η μία την άλλη, πάντα με τον ίδιο ρυθμό πάντα στον ίδιο χρόνο, πάντα ίδιες.