Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2018


Δε θυμάμαι αν υπήρχε εντολή να κοιμάμαι τα μεσημέρια κι ούτε βέβαια αν ερχόταν και σε μας ο μεσημεριάτης, ο κακός του Ζουμπουλάκη  που παίρνει τα παιδιά που δεν κοιμούνται. Κείνο το μεσημέρι όμως είχε δοθεί· ύπνος το μεσημέρι και μετά στ’ αμπέλι. Στ’ αμπέλι που ήταν αμπέλι κανονικό με κλήματα και σταφύλια κι όχι σα τ’ αμπέλια του Ζουμπουλάκη, που απ΄ ότι κατάλαβα, ξεραΐλα ήταν κι αντί για σταφύλια σύκα μάζευαν. Σύκα μαζεύαμε κι εμείς αλλά και σταφύλια, κι όταν λέω σταφύλια εννοώ πραγματικά σταφύλια, που  τα έτρωγες και γλύκαινες μέχρι το μεδούλι σου. Δεν υπάκουσα. Βγήκα απ΄ τη μεγάλη ξύλινη πόρτα της αυλής. Θα έτριξε μάλλον και για λόγο που δεν θα μάθω ποτέ έτριξαν και τα νεύρα του πατέρα μου. Λίγο μετά έπεφτα στο κρεβάτι. Τις μάζεψα. Έκλαιγα. Δεν θυμάμαι αν ήταν απ΄ το ξύλο ή την έκπληξη. Δεν είχε ξανασυμβεί κι ούτε και συνέβη ποτέ άλλοτε. Κοιμήθηκα. Το κάρο, ναι το κάρο, αυτό που έσερνε το άλογο, έφυγε χωρίς να μ’ έχει στο φορτίο του. Ίσως τα σταφύλια κείνης της μέρας να ήταν πικρά, ίσως να πείσμωσα και να μη τα δοκίμασα καν. Δε τη θυμάμαι, αλλά μπορώ να τη φανταστώ, την απογοήτευση μου για τη βόλτα που έχασα. Αυτό κι άλλα πολλά ήρθαν στο μυαλό μου με τα έξοχα αμπέλια του Ζουμπουλάκη, όπως η τάχα μου υγιεινή διατροφή με το τηγάνι και το τσιγάρισμα να έχει την τιμητική του, τα αλμυρά και τα παστά να είναι στην ημερήσια διαταγή, και οι «τζγάριδις», που δεν τις έτρωγα εγώ, αλλά ενθουσίαζαν τους περισσότερους και τις έτρωγαν ακόμη και το κατακαλόκαιρο στ’ αλώνια, όπως το μικρό τσεκούρι του παππού μου, που αποκεφάλιζε ακαριαία τα κοτόπουλα, παρά την σχολαστική περιποίηση που τα παρείχε, γιατί όπως σωστά γράφει ο Ζουμπουλάκης «…τα ζώα, οικόσιτα ή μη, ήταν απλώς και μόνο στη υπηρεσία τους, για να τους δίνουν το κρέας, το γάλα, τα αυγά, το μαλλί, να τους βοηθάνε στις δουλειές, στο καμάτεμα, στο αλώνισμα, στο κουβάλιμα και στις μετακινήσεις», τ’ αγαπούσαν και το περιποιούνταν, κάποια απ αυτά καλύτερα κι απ’ όσο τους εαυτούς τους, γιατί ήταν το όχημα της επιβίωσής τους και γιατί συνέβαλαν στη ισορροπία της ζωής τους. Έχει δίκιο ο συγγραφέας σ’ όσα καταλογίζει σε κείνο τον κόσμο των παιδικών του καλοκαιριών· φτώχεια, υψηλή θνησιμότητα, φυσική και ψυχική βία σε βάρος μικρών παιδιών και γυναικών, κουτσομπολιό, κακολογία, ασφυκτικός έλεγχος της ιδιωτικής ζωής. Όμως είναι ο κόσμος των αγαπημένων του προσώπων και τον συγκινεί και συγκίνησε και μένα γιατί είναι ο κόσμος και των δικών μου αγαπημένων αλλά και ο κόσμος μέσα στον οποίο απόκτησα συνείδηση ότι υπάρχω, ο οποίος προφανώς και καθόρισε πολλά απ’ αυτά που κουβαλώ με χαρά και περηφάνια αλλά κι ως βάρος. Ναι, αξίζει να διαβάσετε αυτές τις σκάρτα 90 μικρού μεγέθους σελίδες, είτε γνωρίσατε τον κόσμο που συγκινεί τον Ζουμπουλάκη είτε όχι. Αξίζει.
Ο Ζουμπουλάκης «Στ’ αμπέλια» του σαρκάζει με τις αναφορές διανοουμένων και άλλων στην ζωή της επαρχίας στις δεκαετίες του ‘50 και του ’60, αναφορές εξιδανίκευσης όσων δεν γνώρισαν, δεν βίωσαν την ένταση των παθών, τη δύναμη του φθόνου, την απόγνωση της στενοκεφαλιάς, την πίεση της ομάδας στα άτομα, την ανυπαρξία ιδιωτικού χώρου και βίου. Στα διηγήματα της συλλογής Ο θάνατος του Αστρίτη (Δημητρης Κανελλόπουλος) τα βρίσκεις όλα αυτά. Τυχαίνει κι οι δυό να αναφέρονται στο ίδιο γεωγραφικό διαμέρισμα, αλλά μικρές διαφορές θα είχαμε αν ανήκαν σε διαφορετικά. Ο Κανελλόπουλος ζωντανεύει τους ανθρώπους και τους τόπους με τη γραφή του και κατορθώνει όχι μόνο να αποτυπώσει τα παραπάνω αλλά και να αποκαλύψει και την κρυμμένη τρυφεράδα που βρίσκεται κάτω από την σκληρή επιφάνεια, την τρυφεράδα και την αγάπη, που μάταια ψάχνει τρόπους να εκφραστεί και που στο τέλος παραμένει αυστηρά ιδιωτική υπόθεση. Ο  Τάσης Βασκαντήρας, στο έξοχο ομώνυμο διήγημα, όταν χάνεται ο αδελφός του, δεν παραιτείται απ΄την αναζήτηση του πεντακοσιάρικου που έλειπε και που ίσως να στάθηκε η αιτία του χαμού του αδελφού του. Το αναζητά κι αφού το παίρνει από τον παρ’ ολίγο συμπέθερό του, προσφέρει απλόχερα την βοήθειά του. Ύστερα «πήγε στην κάτω μεριά, που έβλεπε την Ντοάνα κι απέναντι τη Νεμούτα. Εκεί ήταν μια αριά, έκατσε από κάτω σε μια πέτρα κι έκλαψε ίσαμε το βράδυ».

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Χρονολόγιο Χριστουγέννων

1960-1970
Νύχτα θα είναι όταν θα σε ξυπνήσουν. Θα κάνει κρύο. Οι σόμπες θ ανάψουν αργότερα. Κρύο θα έχει κι έξω. Θα θέλεις να χει και χιόνι, όπως στο τραγούδι που σου έμαθαν στο σχολειό, χιόνι στο καμπαναριό, που Χριστούγεννα σημαίνει, χιόνια στο καμπαναριό, ξύπνησε όλο το χωριό. Σαράντα χρόνια μετά θέλεις να θυμάσαι ότι είχε και χιόνια, αλλά δεν. Σίγουρα όμως κάποιες φορές θα είχε. Θα σου φορέσουν ένα μαύρο παλτό. Θα έχει υφή βελούδου. Δεν θα είναι τέτοιο φυσικά, αλλά θα σου αρέσει να γλιστράς το χέρι σου πάνω του. Θα έχει και μια ετικέτα, κόκκινη μ ένα λιοντάρι μάλλον. Στα πενήντα σου θα προσπαθείς να θυμηθείς αν ήταν στο μανίκι ή στο στήθος, αλλά δε θα τα καταφέρνεις. Θα προσπαθείς ακόμα να καταλάβεις γιατί σου χάριζε μιαν αίσθηση υπεροχής, αλλά ούτε αυτό θα καταφέρεις. Στα 50σου μάλλον ίσως πολύ πιο χαζός απ΄όσο θα τολμήσεις ποτέ να

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Μήτρογλου - Τόκλης 0-1

Από τη στιγμή που ο Ρουμάνος αμυντικός άρχισε να τραβάει τα μαλλιά του για ένα πράγμα ήμουν σίγουρος˙ δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να βρεθώ του  χρόνου το καλοκαίρι στη Βραζιλία για να πανηγυρίσω τα γκολ του Μήτρογλου στο Μουντιάλ. Εκτός φυσικά κι αν η Μέρκελ, που τόσο πολύ αγαπάει τον Αντώνη μας, απ ότι βλέπω όλη μέρα σήμερα στα αντικειμενικά μας κανάλια, αποφασίσει να μοιράσει όλα τα πλεονάσματα της φίλης χώρας Γερμανίας, όχι στους απείθαρχους ομοεθνείς της αλλά στους πειθήνιους κι ευλαβείς της μεγαλοσύνης της Έλληνες. Επειδή λοιπόν το κόβω για πολύ δύσκολο αυτό,  γι αυτό βάλθηκα να το ονειρευτώ. Όχι στον ύπνο μου, αλλά με κείνα τα όνειρα του ξύπνιου που τα κάνεις ότι θες και τα τραβάς όσο θες. Μικρός μ αυτά κατάφερνα τα πάντα. Έκλεινα τα μάτια για να μη με χαλάει το ντεκόρ στο κατώι του πατρικού μου κι έφτιαχνα θαύματα. Στη μπάλα πέντε γκολ ήθελα να βάλουμε στον Παοκ, πέντε βάζαμε. Ακόμη και το λεπτό κι ο τρόπος κι ο

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Μεταπαρέλαση

Είπα πως δε θα γράψω για το ΟΧΙ. Αλλά και πάλι πώς να το αποφύγω. Πολλές φορές δε διαλέγω το θέμα, μου επιβάλλεται μόνο του. Θα γράψω για την επέτειο του ΟΧΙ λοιπόν. Κι αυτό από χαρά. Ναι, από χαρά. Όχι γιατί είμαι απόγονος εκείνων που έγιναν συνώνυμο του ήρωα, που όρθωσαν ανάστημα σε δύναμη πυρός που το μέγεθος της ούτε να τη συλλάβουν με το νου τους δε μπορούσαν. Όχι γιατί απέδειξαν ότι η πατρίδα τους κι η λευτεριά μετρούσε κι απ΄ τη ζωή τους πιο πολύ. Όχι γιατί την ώρα που έπρεπε, όλοι μαζί γινήκαν μια γροθιά. Όχι για όλα αυτά κι άλλα πολλά που από παιδί ακούω ή διαβάζω. Αλλά γιατί, σήμερα επιτέλους, ξεπεράσαμε πια την άγονη συζήτηση για το αν πρέπει ή όχι να γίνονται παρελάσεις προς τιμήν της.
Τα τελευταία χρόνια ήταν το μείζον θέμα των ημερών. Πρέπει ή όχι; Είναι απόδοση τιμής ή παρωχημένο στρατοκρατικό και εθνικιστικό κατάλοιπο; Γιατί όλοι οι προοδευμένοι της γης, να, σαν αυτούς πχ που έσφαξαν όσες πρόλαβαν φορές, τους ανθρώπους σ όλο περίπου τον πλανήτη, δεν κάνουν παρελάσεις κι εμείς οι αναχρονιστικοί κι οι τέτοιοι κι διαφορετικοί κάνουμε; Και τ΄ άλλο το πιο τρομακτικό! Πρέπει να κρατάνε τη σημαία οι Αλβανοί ή όχι; Τη σημαία, ναι, αυτό το σύμβολο ντε 

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Σκεφτόμουν να γράψω για το φούρνο. Τον τότε, της γειτονιάς μου στα Βασιλικά, του μπάρμπα Σωκράτη, που έλεγε πολλά, κυρίως για τον ΠΑΟΚ, με μένα και το γιο του, το Γιάννη που ήμαστε Αρειανοί, και λίγα, πλαγίως,  τουλάχιστον με μένα που ήμουν δεξιός, για την αριστερά, αλλά και τον τωρινό, που δεν περιέχει πια αυτόν και τα πολλά του λόγια, αλλ’ όμως έχει μιαν υπάλληλο, τη Βαγγελιώ, που το αφράτο, λαμπερό και γελαστό της πρόσωπο επιμένει να θυμίζει σ όλους ότι το χαμόγελο κι η καλή καρδιά κι αν δεν είναι φάρμακο, πάντως δεν έβλαψε ποτέ κανένα.  
Σ αυτό το θέμα επέμεινα κι όταν άκουσα για το φόνο. Όχι τον φόνο των λόγων, αυτόν που χρησιμοποιούν όλοι, δίκαιοι κι άδικοι, χαμένοι και μη, νηστικοί και χορτασμένοι, καλοπληρωτές και φοροκλέφτες, δημοσιογράφοι κι αναγνώστες, εξουσιαστές και πολίτες, υποταγμένοι και μη για να μιλήσουν για την τρόικα, την κυβέρνηση, την κατάσταση, την οικονομία, την πολιτική, την κοινωνία. Αλλά τον άλλο. Τον πραγματικό. Αυτόν που δεν επιδέχεται αναλύσεις, δεν έχει αντίλογο, δεν

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Ποδοσφαιρικές σκέψεις

Τα χρόνια τούτα μ εντυπωσιάζει η γενναιότητα των εισαγγελικών λειτουργών. Προφανώς πρόκειται για μεταγραφές απ άλλη χώρα!

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Ροχάλα

Μας λείπει το κριθαράκι. Σταματώ στα δεξιά του δρόμου. Η νεότατη Εύα βγαίνει. Απέναντι το παντοπωλείο.  Έτσι το λέω εγώ. Αυτό επιμένει πώς είναι super market. Ξεραΐλα τριγύρω. Κατακαλόκαιρο, καταμεσήμερο, καταραμένη ζέστη. Ακινητοποιημένος μέσα στις καυτές λαμαρίνες του αυτοκινήτου καταλαβαίνω τι θα πει «Ζαβαρακατρανέμια»  και γιατί μόνο η επίκληση του ελέους μπορεί να τα συνοδεύει.  Δυο ανάσες απ΄ τη θάλασσα, χωρίς το μπλε και τη μπουκαδούρα, και νιώθω να είμαι στην καρδιά του  success story του Σαμαρά, μηδενική δραστηριότητα  σ έρημο κι άνυδρο τοπίο. Στο μεταίχμιο πραγματικότητας και παραίσθησης τον βλέπω να πλησιάζει από απέναντι. Θα ναι δέκα χρόνων. Περπατάει μόνος αλλά σα να είναι με παρέα. Όπως δηλαδή μόνο ένα παιδί μπορεί.

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2013

ΕΡΤ

Δεν ανήκες στη γενιά του Πολυτεχνείου, αλλά στην άλλη του Πορτοκάλογλου, τη χαμένη. Όπως και να το κάνεις είναι ένα τραύμα που δε κλείνει κι εύκολα.Το κουβαλάς σα κακό σπυρί στον κώλο, που σου θυμίζει διαρκώς, είτε κάθεσαι, είτε κινείσαι είτε ξαπλώνεις τι λαπάς υπήρξες. Κι όλο περιμένεις να γενεί το θάμα κι η ιστορία σαν επιδέξιος χειρούργος να σ απαλλάξει απ΄ αυτό το άλγος. Και πάνω που τα πενήντα αρχίζουν ν απομακρύνονται πίσω σου και σε πιάνει μαύρη απελπισία, η αμετανόητη δεξιά, αυτοί ντε, οι απόγονοι των ταγματασφαλιτών, των συνεργατών των κατακτητών, οι δοσίλογοι, οι τέτοιοι κι οι αλλιώτικοι, δεν θα σ αφήσουν παραπονεμένο. Θα δώσουν και σε σένα μια ευκαιρία να γίνεις επαναστάτης, να αντισταθείς στον αυταρχισμό και στην αυθαιρεσία, να παλέψεις για δίκιο και για λευτεριά. Θα κλείσουν την ΕΡΤ με μια Πινιπι, όχι πιπίνι, όχι ΠιΝιΠι, πράξη νομοθετικού περιεχομένου, κάτι σαν βασιλικό διάταγμα ή σαν απ΄αυτά του παρελθόντος που αποφάσιζαν και διάταζαν. Την ΕΡΤ, αυτό το προπύργιο της ελεύθερης δημοσιογραφίας, τον προμαχώνα της δημοκρατίας, την επιτομή της αντικειμενικής ενημέρωσης, το εκπαιδευτήριο της μαχητικής έρευνας, το εργαστήριο της βαθιάς τομής, το ...το... το ων ουκ έστι αριθμός. Και σιγά που έχει σημασία ότι είσαι ο αντίποδας του Σίμου. Θέλεις να του θυμίζεις του ξεφτιλισμένου ότι υπερασπιζόταν την ΕΡΤ όταν εσύ κι οι όμοιοί σου την καταριόσασταν, αλλά όχι ότι δικαιούται ο παλιοξεφτίλας να σου θυμίζει ότι κάθε φορά που αυτός την υπερασπιζόταν εσύ της κατέβαζες  τόσα καντήλια που έκαναν αυτά που άκουσε ο Γιάχος κι ο Τριτσώνης στην τελευταία φετινή ραψωδία της γαβριάδας να μοιάζουν με κουβέντες κορασίδων παρθεναγωγείου της προπολεμικής περιόδου. Και δος του να ψάχνεις αυτά τα www.ert.gr και τον 902 αριστερά στα εφεμ κι άλλους επαναστατημένους πυρήνες ανά την επικράτεια για να συντονιστείς και να νιώσεις να σε διαπερνά η ανατριχίλα απ΄τα μηνύματα των έγκλειστων στο ραδιομέγαρο δημοσιογράφων που, κυριολεκτικά σε μια νύχτα, οι απόγονοι του δοσιλογισμού τους μετέτρεψαν απ΄τους τρισκατάρατους τσανακογλείφτες των ανεγκέφαλων της εξουσίας σε φάρους φωτεινούς και σε πρότυπα αγωνιστών του δίκιου και της λευτεριάς. Κι όλο περιμένεις το κάλεσμα να βρεθείς έξω απ τα κάγκελα της ΕΡΤ και ν ορθώσεις το πεσμένο στήθος της γενιάς σου και να συμπαραταχτείς πια στα βάθρα της Ιστορίας με την άλλη την ηρωική του πολυτεχνείου κι ας ψάχνει η επόμενη το δικό της Πορτοκαλογλου να τραγουδήσει το πόνο της που θα είναι η χαμένη.

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

Στους 40° θα έχω συνηθίσει


Και ξαφνικά 32° οι βαθμοί του Κελσίου και το μυαλό στο παραζαλισμένο μου κεφάλι έγινε σαν τον πολτό του μπλέντερ κι  αϊντε να ξεχωρίσω τώρα ποια απ όσα σκέφτομαι είναι το παρόν και ποια απ΄το παρελθόν βγαλμένα. Καθώς τα πόδια μου ανατριχιάζουν απ την τριβή τους με τη σκόνη δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω αν πρόκειται για τη σκόνη που στα 53 μου χρόνια χρωστώ στις ευφάνταστες δημοτικές αρχές, οι οποίες, για λόγους ανεξήγητους προσπαθούν να εκδικηθούν όσους διαλέξαμε ή έτυχε να ζούμε εκτός σχεδίου αντί του εγκλεισμού στα ανήλιαγα πια στενά της άλλοτε ευάερης Θέρμης, και φροντίζουν κάθε τόσο να ανανεώνουν την πρώτη ύλη σκορπίζοντας χαλίκια τάχα μου για να κλείσουν τις τρύπες  των δρόμων μας  που δεν είχαν την τύχη να γεννηθούν στο κέντρο του δήμου, ή αν πρόκειται για τη σκόνη των χωματόδρομων της παιδικής μου ηλικίας, τότε που όλο χαρά τέτοιες μέρες φορούσαμε τα κοντά παντελονάκια και βάζαμε τα πλαστικά πάσης χρήσεως πέδιλα με την αγκράφα του κουμπώματος στο πλάι, καφέ ή άσπρα, και τρέχαμε για τα

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Σπανακόπιτα


Κάπου εκεί στράβωσε το πράγμα. Τότε που η σπανακόπιτα έγινε από κυρίως φαγητό σνακ και συνοδεύει, σε μικρά τετράγωνα κομματάκια, τον απογευματινό καφέ της μάνας μου και των φιλενάδων της. Κάπου εκεί πρέπει να πήραμε την κατηφόρα και φτάσαμε σήμερα να μην μπορούμε να εφοδιάζουμε με ένα τόνο σπανάκια την ημέρα τον έμπορο που θέλει να τα στέλνει στην Βουλγαρία. «Δεν υπάρχει τέτοια ποσότητα» του απάντησαν, σε μια κουβέντα που άκουσα τυχαία προ ημερών, και τον έστειλαν σε παραγωγούς άλλου δημοτικού διαμερίσματος, το οποίο μάλιστα, χρόνια τώρα που η σπανακόπιτα είναι  σνακ, γιορτάζει και την ημέρα του σπανακιού. Μέρα του σπανακιού όπως δηλαδή, πριν γίνει σνακ η σπανακόπιτα, η μέρα του Αη Γιώργη, της Αγίας Παρασκευής και της Παναγίας το Δεκαπενταύγουστο, της 25η Μαρτίου και της επετείου  του ΟΧΙ. Έτσι αφού έγινε σνακ μάθαμε να τιμούμε το σπανάκι, τη σαρδέλα, σε όμορο δήμο, τα κολοκύθια, να κάνουμε γουρονοχαρές και άλλες ανάλογης αξίας και ποιότητας πολιτιστικές εκδηλώσεις. Ήμασταν  πια άλλοι, ανώτεροι, και όλα τούτα γίνανε φολκλόρ. Δεν τρώγαμε πια την ταπεινή σπανακόπιτα ως κύριο φαγητό αλλά τη χρησιμοποιούσαμε για συνοδευτικό του καφέ μας, όπου μάλιστα τρώγαμε δυο τρεις μπουκιές, επειδή «μυρίζαμε χορτασιές», όπως μας έλεγε η σχωρεμένη η γιαγιά μου κάθε φορά που τρώγαμε κάτι με μισή καρδιά και συμπλήρωνε πάντα και το ηθικοπλαστικό και ψυχωφελές «κατοχή που σας χρειάζεται», διαπίστωση που κατά πως φαίνεται έμελε για πολλούς των Ελλήνων να έχει αποδειχτεί ήδη σχεδόν προφητική!
               

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

Περί του μέλλοντος κι άλλων δαιμονίων


Προς τα Βασιλικά με το αυτοκίνητο. Σκέφτομαι πως πρέπει να γράψω για την ΑΠΟΨΗ και μου λείπει το θέμα. Ένας φίλος μου είπε ότι στα μέχρι τώρα κείμενά μου οι αναφορές στο παρελθόν είναι ωραίες αλλά έχουν κουράσει! Γράψε για τώρα, για το μέλλον, με προέτρεψε. Τι να γράψω για το μέλλον σκέφτομαι καθώς περνώ πλάι στα νεκροταφεία, δεν ξέρω καν αν υπάρχει. Μπαίνω στη Θέρμη και συνεχίζω ευθεία προς το Τριάδι. Περνώ απ τον υποδειγματικής σεμνότητας, οικονομίας και αισθητικής σκεπαστό δρόμο της και βγαίνοντας απ΄ την πόλη βλέπω τα έργα στο χείμαρρο που βρίσκεται στα βορειοανατολικά της κι αμέσως οι σκέψεις μου πάνε περίπατο. Μια περηφάνια με πλημμυρίζει που είμαι δημότης αυτού του δήμου. Συρμάτινα πλέγματα με πέτρες καλύπτουν την κοίτη και τις όχθες και με κάνουν να σκέφτομαι ότι παρά τα όσα λένε οι κακόπιστοι, συριζαίοι και άλλοι συνιστάμενοι, γίναμε Ευρώπη!

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Μελομακάρονα μεγάλα

Ο εκδότης ήταν σαφής. “Θα γράψεις για το πνεύμα των Χριστουγέννων για να πάρεις το χριστουγεννιάτικο δώρο της εφημερίδας για κάθε συνεργάτη μας, μια πιατέλα μελομακάρονα”. Και ναι μεν δεν σηκώνω διαταγές αλλά και μια πιατέλα μελομακάρονα σήμερα ισούται με μια βαλίτσα Louis Vuitton της προηγούμενης δεκαετίας. Το δέλεαρ ισχυρό, το πνεύμα απρόθυμο όμως, ή μάλλον όχι απρόθυμο αλλά αδύναμο. Που να βρω εγώ το Πνεύμα των Χριστουγέννων αναρωτήθηκα. Αν ήμουν ο Ντίκενς θα μπορούσα να ελπίζω στις οπτασίες που κρατώντας με απ΄το χέρι θα μου το αποκάλυπταν, αλλά δεν είμαι και φυσικά χάρη στους καλούς μας επιστήμονες, έχουμε απαλλαγεί κι απ΄τις οπτασίες! Αν εμφανιστούν μπροστά μας τώρα αντί να μας αποκαλύψουν το Πνεύμα των Χριστουγέννων, θα μας ανοίξουν την πόρτα του ψυχιατρείου.

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Κ α τ ε δ α φ ί σ ε ι ς

Δεν αντιστάθηκε κανείς. Το γκρέμισαν! Έτσι απλά. Μάλλον δεν το γκρέμισαν. Το γκρεμίσαμε! «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ» μπουλντόζες, φτυάρια και αξίνες το γκρέμισαν. Πάνε χρόνια τώρα. Μετά το μεγάλο σεισμό του ‘78. Είχε ρωγμές. Έτσι είπαν οι σοφοί. Έβαλαν τζαμάκια στα πλευρά κι αυτό το θρυμμάτισε. Κάθεται, δεν έχει ζωή, είπαν. Σπουδαγμένοι ήταν. Αυτοί ήξεραν. Εμείς όχι. Αλλού μάθαν τα γράμματα αυτοί, τι να τους νοιάξει; Εμείς όμως; Το γκρέμισαν. Πρώτα το μισό κι έπειτα τα άλλο. Σε δόσεις σα να λέμε ή , καλύτερα, σε μνημόνια, όπως τώρα μάθαμε πάλι απ΄ αυτούς που έμαθαν τα γράμματα αλλού κι αλλού είναι η ζωή τους, αλλού τα χνάρια τους κι αλλού η ψυχή τους. Και τι να τους νοιάξει για τις δικές μας ζωές; Και τις γκρεμίζουν. Δεν έχουν ψωμιά, λένε. Καθιζάνουν και θέλουν, λένε, οι ζωές μας, ανάπλαση. Μάλλον όχι ανάπλαση, ανοικοδόμηση, λένε. Έτσι λένε αυτοί που έμαθαν τη ζωή αλλού και δεν τους νοιάζει η δική μας. Και πρέπει, λένε, να τη γκρεμίσουμε τη ζωή μας. Γιατί, λένε, ο μεγάλος σεισμός, αυτή η κρίση ντε που τάραξε συθέμελα τον κόσμο, μας βρήκε μπόσικους, χωρίς βαθειά θεμέλια και μας ράγισε, μας γέμισε ρωγμές κι ήρθαν οι μηχανικοί και μας χαρακτήρισαν κόκκινους, προς κατεδάφιση δηλαδή, όπως τότε χαρακτήρισαν το σχολειό μας οι μηχανικοί που αλλού είχαν μάθει τα γράμματα, όπως κι αυτοί που κόλλησαν τώρα στη ζωή μας το κόκκινο χαρτάκι. Και τη γκρεμίζουν! Και δεν αντιστέκεται κανείς. Και δεν μας λέει κανείς ποιος έφερε τη κρίση. Γιατί η κρίση αυτή δεν είναι πλάκες που τρίβονται στα έγκατα της γης σαν ερωτευμένες και ύστερα πλακώνονται για να εκτονωθούν κι όταν βογκούν τρέμει ολόκληρη σα νυφικό κρεβάτι. Η κρίση είναι ιδέες κι επιλογές, παίγνια, διαγράμματα και αριθμοί, δίψα για χρήμα κι εξουσία, τρόπος να βλέπεις τον κόσμο και να ζεις. Και αυτά δε γίνονται στα έγκατα της γης, αλλά στην επιφάνεια της, από «μηχανικούς» όπως αυτοί που θέλουν να μας ανοικοδομήσουν.
Και βοηθήσαμε κι εμείς. Με φτυάρια κι αξίνες και κάρα κι αυτοκίνητα κι άλλα εργαλεία. Να γίνει η κατεδάφιση του σχολείου μας, γιατί γι αυτό μιλώ τώρα, του μεγαλόπρεπου στα μάτια μας κι ωραίου, να εκποιηθούν τα υλικά της κατεδάφισης και να προχωρήσουμε στην ανέγερση του καινούργιου. Και δεν λογάριασαν, ούτε οι μηχανικοί, αυτοί που αλλού είχαν μάθει γράμματα και δεν τους ένοιαζε, ούτε κι εμείς που εκεί τα μάθαμε κι έπρεπε να μας νοιάζει, ότι το σχολειό μας ήταν το πιο ψηλό μες στο χωριό. Στο χωριό, ναι. Όχι σ αυτά τα μακρινάρια, δημοτικό διαμέρισμα και μπλα μπλα, που οι μικρόνοες με την επίκληση των άμοιρων προγόνων προσπαθούν να μας πείσουν ότι είμαστε. Στο χωριό λοιπόν, ήταν το πιο ψηλό, ψηλότερο και απ΄την εκκλησιά του Αη-Γιώργη, ψηλότερο ακόμη κι απ΄το καμπαναριό της. Και δεν το χε κατασκευάσει καμιά μηχανική ή άκτορας ή μπόμπολας ή το κακό συναπάντημα, αλλά οι ταπεινοί του χωριού με το προσωπικό τους μόχθο και τη θέληση «να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα». Το 1913 αποφασίστηκε η ανέγερση του και «Το νέο σχολείο θεμελιώθηκε την Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1914 και την Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1915 έγιναν τα εγκαίνια»
Κι ήταν όλοι εκεί, περήφανοι και χαρούμενοι, όχι γιατί δεν είχαν προβλήματα, όχι γιατί ήταν ζηλευτή η κατάσταση τους, αλλά γιατί έχτιζαν τη ζωή τους. Κι εμείς το γκρεμίσαμε! Γιατί οι μηχανικοί το βρήκαν κουρασμένο. Και μαζί μ΄ αυτό και τα ίχνη που άφησαν στο σώμα του όσοι μόχθησαν να το κτίσουν κι όσοι μέσα του έμαθαν να συλλαβίζουν και να διαβάζουν και να σκέφτονται. Το γκρεμίσαμε και μαζί μ αυτό και τη μεγαλοπρέπεια και την ομορφιά που μας χάριζε. Το γκρεμίσαμε και τα υλικά της κατεδάφισης εκποιήθηκαν. Σαν τώρα οι μηχανικοί, αυτοί που αλλού έμαθαν γράμματα και διόλου δεν τους κόφτει για τη ζωή μας την κατεδαφίζουν και θέλουν να εκποιήσουν τα υλικά της κατεδάφισης για να ξεπληρώσουμε, λένε, αυτά που τους χρωστάμε και να μας χτίσουν μια ζωή καινούργια. Γιατί αυτό είναι το ηθικό, λένε. Αν δε μπορείς να πληρώσεις τα που χρωστάς τότε να πληρώνεις με τη ζωή σου ή έστω με την εκποίηση των υλικών της κατεδάφισης της. Έτσι έμαθαν στα δικά τους σχολειά, τα μεγαλόπρεπα κι ωραία, που τους τα έχτισαν λούθηροι και καλβίνοι, πνεύματα λαμπρά και φωτισμένα απ το θεό κι όχι φτωχοί και ταπεινοί με μπενεβρέκια και κασκέτα που έχτισαν το δικό μας. Κι εμείς τους βοηθάμε. Με φτυάρια κι αξίνες και κάρα κι αυτοκίνητα κι άλλα εργαλεία. Αλλά τούτα δεν είναι της στιγμής.
Εγώ για το σχολειό μου ήθελα να σας πω. Γιατί τ΄ αγαπώ κι ας το γκρεμίσαμε κι ας δώσαμε τα υλικά του για εκποίηση. Μα θα τα πω άλλη φορά. Ίσως του χρόνου που θα γινόταν 100 χρονών αρκεί ακόμη να μπορώ ν΄ αρχίσω τη διήγηση μου λέγοντας ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένα σχολειό κι όχι να είμαι αναγκασμένος να πω ήταν μια φορά κι έναν καιρό μια ζωή σε μια χώρα..
ΥΓ: Δημοσιεύεται στην ΑΠΟΨΗ ,μηνός Νοεμβρίου 2012.
ΥΓ1:Ιστορικές πληροφορίες για το Δημοτικό Σχολείο Βασιλικών μπορείτε να βρείτε στο εξαιρετικό άρθρο, απ’ όπου και οι φωτογραφίες, του σημερινού διευθυντή του σχολείου κ. Μιχάλη Καραντάλη που δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://blogs.sch.gr/1dimvasil/%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CF%82/

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012

ΩΤΟΑΣΠΙΔΕΣ


Η soft διασκέδαση, στο Priemier, το μπαρ κάτω στη παραλία της Κρήνης,  τέλειωνε μαζί με το τρίτο συνήθως ποτό, μία με δυο ώρες μετά το μεσάνυχτα και για την παρέα, που όλη μαζί τύχαινε να αθροίζει μέχρι και τριακόσια χρόνια ζωής, άρχιζε η hard core κατάσταση, για όσους βέβαια είχαν καλό κυκλοφορικό, τύμπανα ανθεκτικά κι ατσάλινο στομάχι. Αν κι από τότε, τίποτα απ΄ τα τρία δεν διαθέτω σε άριστη κατάσταση, βρέθηκα μπόσικος μια Παρασκευή κι είπα το, όπως αποδείχτηκε, μεγάλο ναι. Είχε κρύο διαβολεμένο, θεσσαλονικιό, που ξύριζε κόντρα όποιον τολμούσε να ξεμυτίσει κι είχε και παγωμένους δρόμους απ΄ το τελευταίο πραγματικό χιόνι που θυμάμαι στην πόλη, κάπου στις αρχές της χιλιετίας, όταν ακόμη του Έλληνος ο τράχηλος κόμπαζε πώς ζυγό δεν υπομένει κι ετοιμάζονταν, με το ακαταλάβιστικο ευρώ, να ανοίξει τα φτερά για νέες πολιτιστικές κατακτήσεις σε παραλίες και βουνά, θάλασσες και πελάγη και φυσικά σε πίστες όπου τα πιο ωραία λαϊκά έγιναν γαβγάδικά κουλά που τραγουδούσανε ξανθιές, χρώμα από πάντα ελληνικό, όπως αποδεικνύεται

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Νικηφόρος Ουρανός


Βγήκε απ’ το μετρό στο σταθμό της Ομόνοιας και πήρε την Αθηνάς, του ήταν πιο οικεία, ψάρευε γυναίκες παλιότερα για ένα ξαλάφρωμα. Περπατούσε χωρίς να βιάζεται, μάλλον αφηρημένα, γιατί αρκετές φορές ζήτησε συγγνώμη από βιαστικούς που έπεσε πάνω τους. Δεν έβλεπε γύρω του. Απλά προχωρούσε. Με το κεφάλι του λίγο σκυμμένο έβλεπε τα πόδια του να να επαναλαμβάνουν με τον ίδιο μονότονο ρυθμό μιαν ομοιόμορφη κίνηση, σαν να έβλεπε τις μέρες του να διαδέχονται η μία την άλλη, πάντα με τον ίδιο ρυθμό πάντα στον ίδιο χρόνο, πάντα ίδιες.

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Ζώον πολιτικόν προ των εκλογών


Ζώον σκέτο δεν υπήρξα. Τουλάχιστον έτσι πιστεύω. Κανείς δεν μου το είπε φωναχτά. Τι λένε οι άνθρωποι μέσα τους βέβαια ούτε ο Θεός το ξέρει. Ζώον πολιτικό, αντίθετα,  υπήρξα απ΄ τα μικρά μου, τα εφηβικά δηλαδή. Αν ήθελα να αισθανθώ σπουδαίος θα έγραφα κάτι σαν αυτά που διάβασα σε βιογραφικό του Τζήμερου αλλά δεν τα θυμάμαι όπως αυτός. Στα 1974 έντονες εικόνες και απορίες αρχικά, εφηβικός ενθουσιασμός μετά, «Εθνάρχης είναι ο Καραμανλής» στις συγκεντρώσεις σε Αθήνα, Λάρισα και Σαλονίκη και έπειτα φοιτητής. Ένα έτος με τη ΔΑΠ-ΝΔΦΚ, άρκεσε για να διαγράψω δια παντός από τη ζωή μου την ιδιότητα του κομματικού ζώου. Δεν κρίνω όσους την κράτησαν, εντάχθηκαν και μόχθησαν για το κόμμα που τους εξέφραζε. Απλά δεν το έκανα.  Έμεινα και μένω προσηλωμένος στην ιδιότητα «Ζώον πολιτικόν».

Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

«Του γιουμίδ»


Τότε γνωριζόμασταν προσωπικά. Μεγάλωναν στην ίδια αυλή με μένα. Και τώρα γνωριζόμαστε προσωπικά. Μεγαλώνουν λίγο πιο κάτω απ΄το σπίτι μου και πολλές φορές συναντιόμαστε. Και τότε και τώρα η κατάληξη είναι ίδια. Αυτά τα σφάζουν κι εγώ τα τρώω. Φταίει η κακή τους μοίρα. Αυτά είναι αρνιά, εγώ βάρβαρος, συγγνώμη άνθρωπος ήθελα να γράψω. Καλά, δεν θα αρχίσω τώρα τις κλάψες και τις ενοχές για τα καημένα τα αρνάκια κι άλλα φαιδρά. Ο καθείς και η μοίρα του. Τ’ αρνί τρώει το χόρτο, εγώ τ’ αρνί, εμένα η Τρόϊκα κι όλους μαζί το μαύρο σκοτάδι. Βέβαια, τα έρμα τα αρνιά ένα παράπονο απ΄ το δημιουργό τους θα το έχουν, επειδή κάθε χρόνο σφάζονται ομαδικά με την ευκαιρία της Ανάστασης! Ε, ένα δίκιο το έχουν. Ανασταίνουμε εγώ, σφάζω εσένα απ΄ τη χαρά μου!  Μπορούμε να το καταλάβουμε το δίκιο τους. Είναι κάτι σαν την ανακεφαλαίωση των Τραπεζών. Ανασταίνονται αυτές με τα 30, 40 ή όσα χρειαστούν δις, σφάζονται δικαιώματα και μισθοί όσων περιμένουν το Πάσχα να φάνε αρνί και δε μπορούν ούτε στη μετά θάνατο δικαίωση να προσδοκούν, γιατί με τα καντήλια που κατεβάζουν καθημερινά κι η κόλαση στο πάτο της θα τους στείλει.

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Γιαουρτάκια στην παρέλαση

Κουρεμένοι λοιπόν, σαν υπάκουοι μαθητές στις εντολές των καθηγητών και της Γυμνασιάρχη, της Άντζελας, όχι, δυστυχώς, της Δημητρίου, που τώρα κάνει πάλι σουξέ με τους κουρεμένους που δε γιορτάζουνε ποτέ, αλλά της άλλης, της καλύτερης των γερμανικών ποιμενικών που φυλάγουν τα πρόβατα στις στρούγκες της Ευρώπης, μη τυχόν και ξεμυτίσουν αυτά σε τίποτα αφύλαχτα λαγκάδια ν΄ ανασάνουν και φάει τα αφεντικά των ποιμενικών λύκος μαύρος. Κουρεμένοι, όπως ταιριάζει στις μέρες της παρέλασης που πλησιάζει και πρέπει να είμαστε με περιποιημένα κεφάλια και ρούχα ομοιόμορφα. Χωρίς τάξη και πειθαρχία θυμώνουν τα ποιμενικά και δείχνουν τα δόντια τους κι εμείς, αρκετές γενιές τώρα, χέστες πατενταρισμένοι, εξαντλούμε το ηρωισμό και τον τσαμπουκά μας σε μούντζες στους «επίσημους»  των παρελάσεων και στη συνέχεια σε ώρες συζητήσεων, αν η πράξη του ενός μαθητή την πρώτη φορά και των περισσότερων μιμητών του στην συνέχεια, ήταν αγένεια, ψευτοτσαμπουκάς, νεανική ανοησία ή η έναρξη της επανάστασης των νέων κατά των εγχώριων τσοπανόσκυλων και των γερμανικών ποιμενικών. Και σα να μην έφτανε το κολοσσιαίο αυτό ερώτημα, που βασανίζει από καθηγητές πανεπιστημίου ίσαμε τη Μενεγάκη, ήρθε και το γιαούρτωμα  του φιλεύσπλαχνου τραγουδιστή, ο οποίος, αφού πρώτα μας είπε ότι καλά μας κάνουν και μας πηδάνε, στη συνέχεια